Ποτέ δεν σου άρεσε ο πόνος που αρέσει σε μένα


Από μικρός συνήθιζα να χρησιμοποιώ το δάχτυλο μου για να βουλώνω το στόμα μου, όταν δεν το έκανα, το πρόσωπο μου έπαιρνε περίεργες εκφράσεις, σαν να μην άντεχα στην θέα των ανθρώπων. Ο θείος, που ήταν γυμναστής μου έλεγε ιστορίες για ένα παιδί που το κοροιδεύανε επειδή τοποθετούσε κι αυτό, όπως και εγώ, τον αντίχειρα του βαθιά μέσα στο στόμα του. Φοβόμουνα έτσι κι εγώ συνεχώς μην ξεχαστώ καμιά φορά και μου μείνει η ρετσινιά του δάχτυλο-γλείφτη. Στα 15 μου, αυτή τη φορά ένας άλλος θείος, πιο σπουδαγμένος (σωστή ακαδημαϊκιά από Καναδά), έδωσε τη λύση στην μητέρα μου, που ανησυχούσε τόσο για τον κοινωνικό στιγματισμό μου όσο και για τα δόντια μου. “Όταν αρχίσει το τσιμπούκι, θα τα αφήσει το δάχτυλο” είχε πει ο θείος, όμως τελικά η προφητεία του δεν επαληθεύτηκε. Μετά από δεκάδες χιλιάδες τσιγάρα, η συνήθεια της χρήσης του δαχτύλου δεν είχε σταματήσει. Ήταν ανακουφιστικό άλλωστε, με ηρεμούσε κάθε φορά που άρχιζα να τρέμω. Κάθε φορά που βρισκόμουν στο σπίτι της μητέρα μου ή σε μία συνθήκη άγχους γινόταν το καταφύγιο για μένα και ας το είχα αφήσει απ’ το πολύ μασούλημα σχεδόν το μισό. Καχεκτικό το δαχτυλάκι μου. Άλλωστε παλιότερα είχε κοπεί. Η ξαδερφούλα μου καθώς παίζαμε, προσπαθώντας να κατακρεουργήσουμε ένα μήλο, μου το άνοιξε στη μέση με ένα σουγιά. Το νύχι κόπηκε στα δύο και το αίμα σκόρπισε δημιουργώντας ένα μικρό χαριτωμένο πίδακα. Για καιρό δεν μπορούσα να το ρουφήξω και έτσι η προσπάθεια για ύπνο, έγινε το νέο μου βασανιστήριο. Μία άλλη μέρα η γνωστή ξαδερφούλα πήρε ένα τούβλο και μου το πέταξε. Αφού με πέτυχε ρίχνοντας με κάτω, ήρθε προς το μέρος μου, με παραμέρισε και πήρε την θέση μου στην κόκκινη κούνια fisher-price. Άνοιξα το στόμα και την δάγκωσα, μέχρι που το αίμα να γεμίσει το στόμα μου. Το έφτυσα πάνω στην κούνια και μετά φώναξα την μητέρα για να την πάνε στο νοσοκομείο. Αυτή σφάδαζε και έκλαιγε ασταμάτητα αλλά πλέον εγώ καθόμουν στην κούνια μου. Στα 25 μου κατάλαβα ότι ακόμα βρίσκομαι, στο κατά Φρόιντ, στοματικό στάδιο.

Στυμφαλία

Ήμουν 8 χρονών τότε και δεν άντεχα καθόλου τις εκδρομές τους. Κάθε δεύτερο σάββατο γεμίζαμε το αμάξι με ένα σωρό μαλακίες και ψάχναμε κάποια λίμνη. Μία μέρα με ξέχασαν μέσα στο αμάξι και έτσι μετά κλείδωσα και δεν τους άφηνα να μπουν. Ο πατέρας μου φώναξε πολύ και έτσι και εγώ πήρα την σακουλίτσα μου απ’ τα benneton και πήγα να βουτήξω στη λίμνη. Φαντασιωνόμουν ότι μέσα στη σακούλα βρισκόταν το κεφάλι του.”

Κάθε αγορά και μια γνωριμία, κάθε μαγαζί και ένας φίλος

αλβανοί άνδρες κατά το ταξίδι τους προς το ελληνικό όνειρο, 1991

 

Τα supermarket είναι κυρίως ένα χώρος κοινωνικότητας για τους άνω των 70 και οι υπάλληλες να τρέχουν πάνω κάτω για να τον κρατήσουν όπως ήταν παλιότερα. Τότε που τα αφεντικά δεν μιλούσαν για το ¨εμείς¨ στους εργαζόμενους και οι εργάτριες προσδοκούσαν πότε θα έρθει η δικιά τους δικτατορία.

Κάποια απ’ αυτά, τα μαγαζιά έχουν αρχίσει και κλείνουν σταδιακά και έτσι δεν έρχονται καινούργια προϊόντα. Έτσι αυτές γέμισαν όλα τα ράφια της βιτρίνας με κωλόχαρτα και έπιασαν γκόμενες και γκόμενους τους επίδοξους κλέφτες που κυνηγούσαν παλιότερα. Μία γιαγιά στα Εξάρχεια κάποτε μου είχε αγοράσει ένα πακέτο μακαρόνια γιατί περίμενα πολύ ώρα προκειμένου να πληρώσει και να τα πει με την ταμία. Αισθάνθηκα αμήχανα και έμεινα ακίνητος. Στη συνέχεια οι υπάλληλοι μου είπαν να περάσω έξω, ήμουν ο τυχερός εκείνης της εβδομάδας.
Η αλήθεια πλέον κρύβεται στα ατέλειωτα χαρτομάντιλα και στους ανθρώπους που δεν μπορούν να κλειστούν στο καβούκι τους, ταρακουνώντας την ταυτότητα τους σαν ένα εκκρεμές σώμα σε συγκεκριμένο βαρυτικό πεδίο. Αυτό το τεύχος αφιερώνεται σε αυτές αλλά και σε όσους βρίσκονται μέσα στην σχέση αλλά με κάποιο μαγικό τρόπο είναι εναντίον της, δηλαδή εναντίον του ίδιου τους του εαυτού. Όσα ψωμιά και να ζυμώσεις, ποτέ δεν είναι σίγουρο ότι θα καταλήξεις φούρναρης.

Πάντα έψαχνα για συντρόφισσες αλλά κατέληξα να έχω φίλους, που κινούνται εντός και επί τα αυτά του κινήματος. Οι μισές δουλεύουν, οι άλλοι μισοί ψάχνονται και εγώ κάπου στη μέση να κάνω και τα δυο, μη τυχόν και χάσω την επαφή με την πραγματικότητα. Παλιότερα ήμουν ο “ και μετά φιληθήκαμε” ενώ τώρα έχω καταλήξει να κάνω “κοινωνική παρατήρηση”, γνωρίζοντας ανθρώπους μόνο τα καλοκαίρια. Παλιότερα είχα μπει σε αυτό το χώρο προκειμένου να μπορέσω να κάνω ληστείες. Τώρα φοβάμαι να κλέψω ακόμα και ένα κομμάτι τυρί. Όσο μεγάλωνε ο μύθος, τόσο πιο απότομη έγινε η πτώση. Μάλλον για τις πτώσεις ζω όμως.. Λες ρε γαμώτο στο τέλος να καταλήξω κυβερνητικιά και να μην μπορώ να μπαίνω σε καταλήψεις να ακούω μουσική ; κρίμα θα είναι..

Όπως είπε και ένας μετανάστης που έμενε κάποτε στο (κατεδαφισμένο πλέον) Ορφανοτροφείο, “in capitalism you have to say you are weak to gain anything”. I am a poor refugee λοιπόν και η τιμή απ’ τις μπότες έπεσε στα 10 ευρώ. Άλλωστε η αυτό-θυματοποίηση είναι πολλές φορές ο μόνος τρόπος για να μπορέσεις να μιλήσεις την εποχή που οι πολιτικές ενάντια στην καταπίεση μπαίνουν και στην κρατική ατζέντα. Η ιδεολογία έχει κυριαρχήσει στους χώρους μας πια και το επίδομα του ΟΑΕΔ θα μας μετατρέψει σε μονάδες καθημερινής αναζήτησης εργασίας και σε συλλέκτες αποδεικτικών στοιχείων γι αυτή μας την προσπάθεια. Ο Spud του trainspotting πρέπει να πήρε πολύ speed από τότε και να έχει πάει σε εκατοντάδες συνεντεύξεις αξιολόγησης. 20 χρόνια πέρασαν άλλωστε. Σήμερα η Καθημερινή γράφει άρθρα για την ανισότητα μεταξύ των μεταναστών και τα πάρτι θεωρούνται πια ο μοναδικός χωροχρόνος για την άμβλυνση των διαχωρισμών. Παράλληλα η θεραπεία για την αρρώστια προσφέρεται μόνο για όσους και για όσες πιστεύουν στο διαφωτισμό και σε μία δημοκρατία ισότητας.  Τα δικαιώματα όμως όσο χώρο μας δίνουν, άλλους τόσους λάκκους ανοίγουν.

Η πρόσβαση στην αστική κοινωνία πάντα εμπεριείχε μπόλικους κινδύνους. Τα ρούχα μου, τα σάλια μου και ένα ταξί να φύγω.

Στην παρέα μας μόνο κριτική κάνουμε όλη την ώρα μεταξύ μας και σαν να μην φτάνει αυτό, το ευχαριστιόμαστε κιόλας. Βαδίζουμε στο σκοτάδι με γυμνά χέρια, όλο πέφτουμε και χτυπάμε τα γονατάκια μας, όπως γινόταν στις παιδικές χαρές με εκείνο το αιχμηρό χαλικάκι που κανείς δεν έχει εξακριβώσει ακόμα αν ήταν χειρότερο η καλύτερο απ’ το χώμα. Πάλι καλά που πέρα απ’ την προοπτική του κομμουνισμού, υπάρχει και ο θάνατος να με ανακουφίζει σαν σκέψη εδώ πέρα. Κάτι είναι και αυτό.

“κι όμως δεν μπορώ να αφήσω όλους αυτούς τους ανθρώπους”


Σήμερα (ή μάλλον 6 μήνες πριν) έχασα την γάτα και με έπιασε ένα άγχος γάμησε τα, και ενώ την έψαχνα πάνω απο βιβλιοθήκες και κάτω απο κρεβάτια με ξανά έπιασε ένα άγχος για όταν θα επιστρέψω στη θεσσαλονίκη και έτσι με έπιασε κόψιμο και έτρεχα πάνω κάτω σαν την τρελή. Έτσι μου λένε ότι έτσι μοιάζω όταν τρέχω πάνω κάτω και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ σε ένα πράγμα και μιλάω και μπερδεύομαι αλλαζώντας τις συζητήσεις αλά scroll down, και μετά ντρέπομαι και μένω ακίνητος και μετά αγχώνομαι που τα χω κάνει όλα αυτά.

Πώς να μιλήσω με ανθρώπους πολιτικά που διαφωνώ με την ύπαρξη τους. Πώς να αντιδράσω σε βλέμματα, σχόλια και τυχαία αγγίγματα ;
Εδώ είναι ΚΡΗΤΗ ρε! μου φωνάζουν όλοι και έτσι πρέπει να το κάνω. Πώς θα καταφέρω να συνυπάρξω σε αυτό το κόσμο που με κρατάει ζωντανό. Είχα να ξεράσω πολύ καιρό, ήξερα ότι σε λίγες ώρες θα έπρεπε να φάω με τα αδέρφια μου και τους γονείς.

Ένιωθα φουσκωμένος και κοιταζόμουν συνεχώς στον καθρέπτη, τα πάντα περίσσευαν.
Έβαλα λοιπόν για άλλη μία φορά τα δάχτυλα μου μπας και αδειάσω λίγο.
Δεν είμαι σίγουρος αν πέτυχε, άλλωστε έχει περάσει καιρός πια.
Πάντως το έκανα και προχθές. Ίσως να ήθελα να εξετάσω αν είμαι ακόμα καλός σε αυτό.
Μάλλον είμαι.

Τελικά είχα δίκιο για το άγχος όταν θα γυρίσω στη θεσσαλονίκη. Για 1 εβδομάδα κάθισα σπίτι και δεν μπορούσα να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι.
Μετά σοκαρίστηκα και άρχισα πάλι να πίνω. Με κάποιο τρόπο μου πέρασε και το κόψιμο. Η μητέρα μου που ήθελε τόσο να με φροντίσει με ιατρικούς όρους, παρεδέχτηκε πια ότι φταίει μόνο το άγχος μου και ας φοβάται ότι είμαι ήδη αλκοολικός. Πλέον, ξέρω ότι δεν πρέπει να αγγίζω, ούτε να μιλάω με ανθρώπους. Είμαι ένας διαρκής κίνδυνος για άντρες, γυναίκες και παιδιά. Το άγχος μου μόνο πίεση προκαλεί. Πλέον έχω καταλάβει ότι δεν πρέπει να αγγίζω, να μιλάω και να βγαίνω. Πρέπει να γίνω ένας βουβός τάφος γιατί αλλιώς όλοι κινδεύουν να νιώθουν ότι νιώθω και εγώ. Πρέπει να μην κλείνω τα μάτια ποτέ. Να μην αφήνομαι σκοτάδι μου. Γιατί είναι επικίνδυνο λέει για όλους τους άλλους.

Το χειρότερο είναι ότι κάποιες φορές μέσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που έχω ταλαιπωρήσει, μπορεί να είναι και κάποιοι που εχω ερωτευτεί. Ναι, μάλλον τους ερωτεύτηκα λίγο ή πολύ όλους αυτούς. Είχα πιστέψει ότι δε θα συνέβαινε ξανά. Κάπως οι διαρκείς προσδοκίες, ο φόβος απο τα αγγίγματα και ένα έντερο γεμάτο με εκδορές δεν βοηθάνε και πολύ στην γνωριμία.

Πλέον δυστυχώς όλα χάθηκαν. Μόνο εμένα κοιτάω πια, πιο φοβισμένο απο ποτέ να τρέμω τις Πέμπτες που πηγαίνω λαϊκή μήπως και συναντήσω κανέναν.
Το βλέμμα κάτω, οι κανόνες στο χέρι και ένα όνειρο που ξεψύχησε.

Μάλλον μετά απο λίγο καιρό όλο και κάπου θα με δω να αργοπεθαίνω ξανά. “Η κοινότητα θα φταίει” μου φώναξε κάποια που κάπνιζε πολύ, “που όλο μας υπενθυμίζει πόσο μόνες είμαστε και τρέχουμε στα μπαρ πάνω κάτω να πιούμε ασταμάτητα μήπως και σταματήσει ο πόνος”. “Αλλά πως να σταματήσει, αφού η ύπαρξη του, μάλλον στην έλλειψη της βασίζεται” σκέφτομαι εγώ και μετράω πόσους μήνες έχω να κοιμηθώ χωρίς αλκοόλ αλλά προκείμενου να μην στερηθώ το δικαίωμα μου περί προσωπικών δεδομένων αποφασίζω να μην τους μοιραστώ με κανέναν.

Εκεί που η κοινότητα έχει καταρεύσει, η ομοιομορφία πουλάει αβέρτα και γω να νιώθω τόσο μόνος ανάμεσα σε αγόρια. Γιατί εκεί που τα κορίτσια αρχίζουν να μιλάνε μόνο αναμεταξύ τους, περπατάω με σκυφτό το κεφάλι φοβούμενος ότι δεν θέλουν πια να με κάνουν παρέα.                                                                                                                                    Όλες αυτές είναι οι στιγμές που η βιολογία αρχίζει να ξανά-μολύνει τη σκέψη μας. Η γεννητική του να χωρίζεις τους ανθρώπους σε διαφορετικές φούσκες.
Ένα μέλλον, με παναμοιότυπα ζευγάρια κάλτσες, διπλωμένα σε διαφορετικές στίβες με βάση το χρώμα και τοποθετημένα έτσι ώστε να μην επηρεάσουν το ένα το άλλο. Ένα μέλλον δυσοίωνο που ήδη έχει αρχίσει να εξαπλώνεται.

διακοπή εργασιών

 eat well travel far
Και τώρα τι ; κάτι γλάροι πετάνε από πάνω μου καθώς το καράβι απομακρύνεται από το νησί και μου υπενθυμίζουν ότι τώρα πάλι πίσω στα σκάτα. Στο τσιμέντο και στην υγρασία κάτω απ’ τους 40 βαθμούς. Πίσω στο ατελείωτο τρέξιμο για το κίνημα που με βοηθάει, παρά το λαχάνιασμα, να βρίσκω λόγο να ανασαίνω, πίσω στο ατελείωτο ζεστό αλκόολ που θα με ρίξει για ύπνο και θα εξαφανίσει την πιθανότητα να λειτουργήσει το έντερο μου μία μέρα καλά.

Πίσω στην σκόνη λοιπόν εκεί που δεν θα χρειάζεται να ανησυχώ και για το πότε θα προλάβω και να χαλαρώσω/ και να βρω κάνα ερωτικό αντικείμενο ή και να ζήσω τον έρωτα του καλοκαιριού/ και να προλάβω να τα πω όλα, με τις φίλες μου χωρίς στιγμή να πάει χαμένη.

Το ηλιοβασίλεμα αποκρυσταλλώνει όλο το συμπυκνωμενο ρομαντισμό
που αναγκαζόμαστε να χωρέσουμε μόλις σε 5 μέρες.

περιμένω πότε οι πλούσιοι φίλοι μου
θα σταματήσουν να είναι ιδεολόγοι
και να φτιάχνουν συνεργατικά μαγαζιά
και να μη δέχονται να πάρουν εργαζόμενους
για χάρη του υποτιθέμενου, ταξικού, ανήκειν
μπας και με προσλάβουν επιτέλους,
μπας και μπορέσω
και γω να τη βγάλω κάπως
αντί να σφίγγομαι κάθε φορά
που μου ζητάνε να κάτσουμε
σε κάποιο εστιατόριο

σκέφτομαι πόσα λεφτά βγαίνουν
από καντίνες μπυρών για το κίνημα
και σκέφτομαι για μια στιγμή να τα αρπάξω και να φύγω
αλλά η ηθική με πνίγει και έτσι συνεχίζω και ζητάω
δανεικά απ’ τις συντροφισσες μου.

Δύο κοπέλες, η μία μέσα στην αγκαλιά της άλλης, κλαίνε με αναφιλητά σκεπτόμενες όλες τις περασμένες σχέσεις τους. Τα εμπορεύματα και η εργασία ποτέ δεν ήταν τόσο αυτοργανωμένα όσο σήμερα και εγώ κρατιέμαι ζωντανός μόνο μέσα σε ασφυκτική πίεση.

“Πόσο θα ‘θέλα να ήσασταν εδώ, που σας χρειάζομαι”

poso tha thela

Επιστολή, Πέμπτη 30 Ιουνίου, 5:00, μέσα απ’ τη σκηνή

Τις τελευταίες μέρες υπάρχετε συνεχώς μέσα στις σκέψεις μου. Αυτό που βιώνω σε αυτήν την ουτοπική-δυστοπική, πλήρως καταναλωτική αλλά και με στιγμές φαντασιακής ελευθερίας, πίστα δεν μπορώ να πιστέψω ότι το ζω χωρίς εσάς.

Ο πρώτο λόγος ήταν γιατί απ’ την αρχή, μεταξύ τόσο χιλιάδων ατόμων με κυρίευσε μία τεράστια μοναξιά, τόσο μεγάλη ώστε να έχω οδηγηθεί γι άλλη μία φορά σ’ αυτές τις υπερβολικές περιγραφές.

Όσο και αν ανατρέχει κανείς στις στιγμές ερωτικής συνύπαρξης, αυτές λίγο η πολύ ανατρέχοντας πίσω ανακαλούν ένα παρελθόν που δεν εμπεριέχει την τωρινή μοναξιά. Η αναπόληση βασίζεται στο αίσθημα της έλλειψης, και η έλλειψη προέρχεται από μία παλαιότερη στιγμή που αισθανθήκαμε κάποιο είδος φαινομενικής “ ολοκλήρωσης”. Μίας ολοκλήρωσης που πολλές φορές δημιουργείται μετά το τέλος του βιώματος, που είναι σε μεγάλο κομμάτι φαντασιακή αλλά που εν τέλει εμπεριέχει μία κάποια αίσθηση του “ όλου” .

Τελευταία εξαιτίας και της χρόνιας έλλειψης μιας ερωτικής σχέσης “εμπιστοσύνης” στη ζωή μου και φυσικά λόγω της εκφραστικής ανάγκης να φτάσω σε ένα απτό συμπέρασμα σ’ αυτή τη θεωρητικό-συναισθητική ακροβασία που σας γράφω, συμπεραίνω ότι νιώθω αυτή τη μορφή της ολοκλήρωσης, κάποιες στιγμές, μέσα από σχέσεις που έχω με εσάς και με άτομα σαν και εσάς.

Δεν προσπαθώ να ανυψώσω τη μορφή “ φιλία” καθώς επίσης δεν θεωρώ τη σχέση μας οριοθετημένη από κάποια και μόνο ταυτότητα φιλίας. Το ότι η σιωπή πέρα από εκνευριστική είναι και ηλίθια, νομίζω είναι κάτι που έχει αναδειχθεί συχνά μέσα απ’ την επαφή μας. Απ’ τις φορές που μένω με ανοιχτά τα μάτια να ακούω αυτά που επικοινωνούμε η μία στην άλλη. Απ’ την άλλη ξέρω καλά ότι δεν σταματάμε να συγκρουόμαστε, να μην συναντιόμαστε, να ασφυκτυούμε, να ζηλεύουμε και να μουτρώνουμε ή έτσι νομίζω. Και αυτό μπορώ ονομάσω σχέση ως μορφή συνάντησης.

Μάλλον έτσι κι αλλιώς δεν είμαι ικανός να περιγράψω τη σχέση μας και ούτε θέλω να τη βάλω σε ένα τρίπτυχο σχήμα καθώς κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Απλά σας σκέφτηκα μαζί γιατί ήξερα ότι ήσασταν μαζί και έτσι αποφάσισα να σας γράψω έτσι.

Όλα αυτά που βιώνω εδώ, στο καλύτερο φεστιβάλ του κόσμου όπως διαρκώς μου επαναλαμβάνουν γνωστοί και άσχετοι, με κάνουν να σας σκέφτομαι συνεχώς και κάποιες φορές μέσα απ’ τον “φανταστικό” ενθουσιασμό σας να προσθέτω και λίγο απ’ τον δικό μου να να νιώθω όμορφα.

Κάθε κατάσταση που βιώνεται στο σήμερα νομίζω ότι μπορώ να αφεθώ μέσα της μόνο αν προγενέστερα καταργήσω την αξία της. Ο κίνδυνος για την παρουσίαση της ελευθερίας και της χαράς ως κάτι που προκύπτει μόνο μέσα απ’ τα πενιχρά θραύσματα αυτού του κόσμου είναι ορατός. Ο συμπυκνωμένος χρόνος και χώρος πολλές φορές φορές μας αποσυμπιέζει και μας δημιουργεί μια ψευδαίσθηση περί στιγμών ελευθερίας. Στιγμές ελευθερίας σήμερα μπορούμε να φαντασιωνόμαστε εμείς, ο Ρωμανός όπως είδαμε παλιότερα ακόμα και ο ακροδεξιός στον Αγ. Παντελεήμονα όταν ζει κάτω απ’ το βάρος ενός κατασκευασμένου αλλά και μη φόβου.

Εμένα μου αρέσει να κοιτάζω απ’ την ανάποδη κάπως.
Είμαστε εμπορεύματα, συναντιόμαστε ως τέτοια, κατανοούμε ότι δεν υπάρχουν ξεπεράσματα μέσω κάποια αποκομμένης συνειδησιακής διαδικασίας και μέσα σ’ όλα αυτά ζούμε. Ζούμε όλες εκείνες τις στιγμές που διαλεκτικά συναντιόμαστε και αφήνουμε ένα κομμάτι μας διάτρητο προκειμένου να το τρυπήσει η άλλη (και ταυτόχρονα να τρυπηθεί απ’ αυτήν την διείσδυση).

Οπότε εδώ είναι σκατά και ταυτόχρονα αστείρευτα γεμάτα με υπέροχα αυτοργανωμένα εμπορεύματα. Θα ήθελα να τα βιώναμε όλα αυτά μαζί γιατί μαζί σας η φαντασιακή κοινότητα των ανθρώπινων σχέσεων γίνεται υλικότατη.

Καλά πόσο drama queen.

*1. Η έλλειψη είναι μεγάλο πράγμα. Ιδιαίτερα όταν έχεις φτάσει στο σημείο να βλέπεις ζευγάρια στο δρόμο και να βιώνεις μια ζήλια. Τότε η μορφή της αναπόληση μίας σχέσης ως αυταξίας περνάει στο πεδίο της φετιχοποίησης.

holiday communism 0.3

holiday communism 0.3

Μια κοπέλα στη μέση του πάρτι χορεύει μόνη για ώρα και χαμογελάει.
Ένας τύπος πάει και τη σκουντάει.
Μετά βάζει τα γέλια.
Αυτή τρομάζει και παίρνει ένα νευριασμένο αλλά ταυτόχρονα διστακτικό ύφος και του πετάει μια απαξιωτική ατάκα. Αυτός ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει να γελάει με τους φίλους του, γι αυτό που έκανε, στη συνέχεια πάει κοντά της χαμογελώντας και αρχίζει να της μιλάει με επεξηγηματικό και απολογητικό ύφος. Οι φίλοι του κοιτάζουν πότε γελώντας με τα μάτια και πότε με ένα χαιρέκακο μειδίαμα.
Αυτή μετά τη σύντομη στιχομυθία τους γυρνάει μπροστά της. Μετά από λίγο καταλαβαίνει ότι δεν έχει κάποιον άλλο, γυρίζει, χαμογελάει και αρχίζει και χορεύει μαζί του. Αυτός συνεχίζει να μιλάει παιχνιδιάρικα ενώ χορεύει.

Το κλίμα μεταξύ τους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως όμορφο.
Αυτή γυρνάει μπροστά και συνεχίζει να χορεύει με μεγαλύτερη ευχαρίστηση πια.
Μετά από δυο λεπτά, γυρίζοντας για να δει τον καινούργιο της φίλο, καταλαβαίνει ότι αυτός μαζί με τους φίλους του έχει εξαφανιστεί.
Γυρίζει συχνά και γυρίζει προς τα πίσω προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει την απουσία του.

Αυτή είναι η ιστορία της ζωής μου.

Η αποξένωση που σε κάνει ζωντανό ακόμα και αν σε επιθυμούν άγνωστοι. Στις κοινωνικές σχέσεις, τις οποίες βιώνουμε, η μοναξιά ως κομμάτι σύνδεση με τον οποιοδήποτε. Η ατυχία του να αισθάνεσαι ζωντανός μόνο όταν είσαι αποδεκτός. Μόνο όταν σε επιθυμούν ακόμα και οι χειρότεροι μαλάκες του κόσμου. Πηγαίνοντας με τα νερά τους γιατί ακριβώς δεν έχεις δικά σου να σε κινήσουν.

Holiday communism 0.2

holiday communism 0.2
Στο μεταμοντέρνο κόσμο με στοιχεία ουτοπίας και δυστοπίας που οι άνθρωποι έχουν για εργασία
μόνο την απόλυτη και εντατική διασκέδαση τους, ανάμεσα σε μουσική, ναρκωτικά και πλήθος ανθρώπων.

Εδώ δεν επιτρέπονται οι καβγάδες, ούτε η αυθαίρετη πώληση ναρκωτικών από ιδιώτες,
εδώ τα παρεκκλίνοντα πεσίματα τιμωρούνται και η ένταση στη φωνή θεωρείται κατακριτέα.
Και όλα αυτά θα μπορούσαν να σε πετάξουν έξω απ’ τον παράδεισο.

Εδώ οι γερμανικές σημαίες πάνω στα κουτάκια μπίρας καλύπτονται από ροζ σπρέι
και οι οπαδοί των εθνικών ομάδων αναγκάζονται να κλειστούν μες στα αμάξια τους για να παρακολουθήσουν τον τελικό του παγκοσμίου κυπέλλου.
Οι straight άντρες βάζουν πάνω τους πούπουλα και χρυσόσκονη
και η κάθε κοινότητα περιφρουρεί το χώρο και την ομοιομορφία της.

Ο θρίαμβος του πολιτισμού και της δεκτικότητας.
Από κάτω απ’ τις απαγορεύσεις όμως, τα φαινόμενα κοχλάζουν.

Holiday communism 0.1

 

holidays communism 0.1Ακούω ασταμάτητα φερμουάρ να ανοιγοκλείνουν. Φερμουάρ κυρίως σκηνών, αλλά και τσαντών, sleeping bag, παντελονιών.

Η ζέστη σε καίει από μέσα προς τα έξω.

Όλοι είναι χαρούμενοι και φτιαγμένοι εδώ.
Αλλάζουν stage, γνωρίζοντας ανθρώπους και μιλάνε με όλους για τα ίδια θέματα. Έχουν ανακαλύψει ένα νέο κώδικα επικοινωνία. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων κατασκευάζουν μία νέα φυλή, η οποί δεν είναι έτοιμη να πετάξει όπως μία άλλη* κάποτε αλλά επιζητεί τη ζωή της στο τώρα.

Δε σκέφτεται το μέλλον, ούτε το παρελθόν. Ζει στη στιγμή διαγράφοντας κάθε προγενέστερη χαρά και λύπη. Διαγράφοντας κάθε γρατζουνιά και κάθε σημάδι.

Άλλωστε όλοι αυτοί έχουν ένα κοινό, μια μυστική συμφωνία τους ενώνει όλους αυτούς. Μια υπόρρητη συλλογική απόφαση.

Η κατανάλωση ενός κοινού προϊόντος.

Και εγώ πάλι άτυχος. Που δεν πλήρωσα το προϊόν και νιώθω μόνο και χωρίς κανένα ενδιαφέρον να το καταβροχθίσω.

Γιατί λείπουν όλες και όλοι αυτοί που με γεμίζουν καθημερινά με τη θλίψη και το μοίρασμα τους. Μόνο ένας είναι απ’ αυτούς στην απέναντι σκηνή, τον παρακολουθούσα για ώρα, αλλά δυστυχώς δεν τόλμησα να τον φωνάξω γιατί είχαμε διαφορετική βάρδια και φοβόμουν μην τον ενοχλήσω. Επιπλέον ήξερα ότι αυτός είχε αυτήν ενοχλητική αρρώστια της αυτοπεποίθησης που συχνά σε κάνει να ξεχνάς να δείχνεις εμπιστοσύνη στους άλλους.

Εδώ δεν δουλεύουμε εθελοντικά για τα παιδάκια στην αφρική, πουλάμε/ καταναλώνουμε, καταναλώνουμε/πουλάμε ναρκωτικά και ποιοτική ηλεκτρονική μουσική για να ενισχύσουμε τον κοινωνικό ανταγωνισμό.

Μετά όμως η μοναξιά οδηγεί στα ξένα βλέμματα. Άλλωστε ο ερωτικός είναι ο πιο κοινωνικά νομιμοποιημένος τρόπος για να έρθεις σε επαφή με κάποιον.

Αλλά ξέχασα, εγώ δεν γνωρίζομαι με όλους αυτούς τους ανθρώπους.
Δεν μπορώ να τους αγγίξω, ούτε να τους μιλήσω, είμαστε σε μια πολύχρωμη γυάλα και πρέπει να προσπαθήσω να γλιτώσω. Κλείνομαι στη σκηνή και αρχίζω και γράφω μέχρι να ξεραθούν τα βλέφαρα μου και να πέσουν.

Τον τελευταίο καιρό με προβληματίζει που δεν θέλω πλέον να ξεφύγω αλλά να ζήσω.

festivals, diverse architecture, nightlife, contemporary arts and a high quality of living

berlin simpleΣε ένα εναλλακτικό καφέ στο Kreuzberg πριν από 3 εβδομάδες απέλυσαν μια σερβιτόρα. Μετά από 2 εβδομάδες από το γεγονός, μία εργατική πορεία πέρασε από εκεί και σαν μορφή διαμαρτυρίας αλλά και στοχοποίησης του μαγαζιού, γέμισε το κτίριο με κόκκινες μπογιές. Πρόσοψη, τραπεζοκαθίσματα, παράθυρα, πόρτα ακόμα και μερικοί πελάτες έγιναν κόκκινοι.

Το χρώμα έσταζε παντού αλλά την επόμενη μέρα που είχε στεγνώσει λίγο η ιδιοκτήτρια έβαλε κάποιους απ’ τους εργαζόμενους να αρχίσουν να καθαρίζουν. Τους είπε όμως να καθαρίσουν μόνο τα παράθυρα και να αφήσουν τα τραπέζια, τις καρέκλες, τους εξωτερικούς τοίχους, την πόρτα ακόμα και κάποιους θαμώνες, γεμάτα με το κόκκινο χρώμα που είχε αφήσει πίσω της η διαμαρτυρία καθώς το μαγαζί είχε μείνει για πολύ καιρό χωρίς ανανέωση και αυτό το καινούργιο χρωματάκι θα έκανε το μαγαζί πάλι να μοιάζει με σύγχρονο έργο τέχνης. Μία βδομάδα αργότερα δικαιώθηκε, το μαγαζί ξαναγέμισε και είχε ακόμα περισσότερο κόσμο από πριν. Κανείς δεν έμαθε τι απέγινε η σερβιτόρα και αυτοί που διαμαρτύρονταν για την απόλυση της. Ίσως να είχαν γίνει και αυτοί θαμώνες του μαγαζιού. Βερολίνο είσαι.

Ο πιο συνήθης λόγος φυλάκισης εδώ είναι η μη δυνατότητα καταβολής του 3ου προστίμου για το τρένο. Την πρώτη φορά που σε πιάνουν χωρίς εισιτήριο το πρόστιμο είναι 60 ευρώ. Τη δεύτερη επειδή επανέλαβες την πράξη σου, γίνεται 120. Την τρίτη επειδή είναι εμφανές ότι το κάνεις κατ’ εξακολούθηση, γίνεται 600. Πολλοί λαθρεπιβάτες κατ’ εξακολούθηση δεν έχουν να πληρώσουν τα 600 και έτσι καταλήγουν στη φυλακή. Τα 2/3 των γερμανικών φυλακών γεμίζουν με ανθρώπους που δεν είχαν να πληρώσουν εισιτήριο στα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Κάποιος φίλος, για χρόνια αγοράφοβικός, είπε ότι το Berghain είναι το μοναδικό μέρος που μπορείς να νιώσεις πραγματικά ελεύθερος. Και εμείς που περιμέναμε σαν χαζοί τον κομμουνισμό, μείναμε με ανοιχτό το στόμα και τρέξαμε και στολιστήκαμε μήπως και μας δεχτούν.

Πρόσφατα στο Berghain ένας dj έβαλε Britney. Χωρίς remix, χωρίς καμία αλλοίωση, χωρίς καν ενισχυμένο μπάσο. Πολλοί φρίκαραν, άλλοι σοκαρίστηκαν και σε κάτι λίγους άρεσε. Έγινε θέμα και συζητιόταν για βδομάδες σε όλο το Βερολίνο. Σιγά σιγά άρχισαν να οργανώνονται διαμαρτυρίες για να μην ξαναπαίξει αυτός ο dj. Ποτέ δεν έμαθα πια ήταν η κατάληξη του απλά ίσως ήταν ο τρόπος του να εκβιάσει την είσοδο της Britney στο μέρος που τα 2/3 του κόσμου τρώνε πόρτα.

Ένας καινούργιος νόμος για την αναβάθμιση της κοινωνικής δικαιοσύνης προτάθηκε πρόσφατα από τα πιο προδευτικά κομμάτια της γερμανικού κοινοβουλίου. Από εκεί που το κάθε άδειο μπουκάλι που μάζευε κάποιος τα βράδια από πλατείες έδινε 20 λεπτά μετά την επιστροφή στο μηχάνημα, προτάθηκε για τις άστεγες η τιμή της επιστροφής του κάθε άδειου μπουκαλιού να ανέβει στα 50 cent. Έτσι και λιγότερους καθαριστές θα χρειαζόντουσαν (που να πληρώνονται υπερωρίες) και οι άστεγες λόγω της συνεχής κίνησης από πλατεία σε πλατεία, από μπουκάλι σε μπουκάλι και από βράδυ σε βράδυ δεν θα πέθαιναν απ’ το κρύο.

Στο γερμανικό μετρό επιτρέπεται να είσαι όπως θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις αρκεί να έχεις να πληρώσεις εισιτήριο. Μια άκρως συντηρητική και ρατσιστική εργατική τάξη θα ξεπηδήσει κάτω απ’ το γερμανικό έδαφος που την έχουν πετάξει τόσα χρόνια και θα τσακίσει τα πάντα. Όταν οι θετικές διακρίσεις της αστικής κοινωνικής γέρνουν προς την μεριά των μη προνομιούχων, τότε οι προνομιακές θέσεις αλλάζουν πλευρά. Ένας άντρας απ’ την Ρωσία και ένα κορίτσι απ’ το Βιετνάμ κάθονται και σε ένα συνοικιακό queer καφέ και συζητάνε τις διαφορετικές εκφάνσεις της μοναξιάς τους.