Η αντρική αλληλεγγύη

katerina 2Υπάρχουν καποιοι τύποι που μόλις βλέπουν μια γυναικεία φιγούρα,
που ‘χαν να δουν καιρό, της λένε κατευθείαν “επ μικρή που χάθηκες εσύ;”
λυγίζουν το κεφάλι αδιάφορα και δείχνουν τα δόντια τους.
ωραία είναι.

φίνα τα χεράκια σου αγοράκι μου
καλό το κρασί
το πεταμένο βρακί
τα βιβλία
τα ταξίδια
το στήσιμο στο φαγητό
η κιθάρα ανάμεσα απ’ την άμμο
μια ωραία σαν γυναίκα

Oι μεγάλοι εραστές στο ταξίδι και στις γυναίκες φαίνονται.
Φαντασιώνονται τον εαυτο τους σε πλωτά καζίνο που τριγυρνάνε
γύρω απ’ τις κυκλάδες και έχουν πάνω τους 19 χρόνες ανειδίκευτες
και χαμογελαστές,ανάλαφρες και διαθέσιμες για σουβενίρ,
στην ατζέντα των κατακτήσεων.

Ψαχμένες μακροσκελείς συζήτησεις με φιλοσοφικό-καλλιτεχνικές εκφάνσεις πάντα με τους ομοίους τους. Εκεί στέκονται σοβαρά, παίρνουν ανάσα και κοιτάνε στα μάτια.
Ούτε βλέμμα δεν μπορείς να τους πάρεις. Μόνο να τους κοιτάζεις μπορείς, περιμένοντας να το καταλάβουν. Το κατάλαβαν. Χαίρονται. Συνεχίζουν όπως πριν να κοιτάνε μπροστά τους άξιους συνομιλητές. Τους άντρες άξιους συνομιλητές που έχουν και γυναίκες που είναι άξιες γι αυτούς. Για να στέκονται δίπλα τους και να τους θαυμάζουν.

Στο να κανονίζουν,στο να αποφασίζουν,στο να κάνουν φαίνονται.

Αυτά λοιπόν τα αγόρια παίζουν
με όλα τα εργαλεία που έχουν τσαλαπατηθεί
οι γυναίκες εδώ και αιώνες και μετά τρέχουν
και τα ονομάζουν ερωτικό παιχνίδι.
Ίσως γιατί κάποτε υπήρχαν θηράματα και κυνηγοί.

Ίσως γιατί θεωρούν ότι η συνήθεια γίνεται ανάγκη,
ακόμα και στην υποτίμηση, ακόμα και στην επίθεση
ίσως και να νιώσεις ασφαλής, ίσως και να το γουστάρεις στο τέλος.
Κάποιες φορές πέφτουν μέσα. Κάποιες άλλες όχι αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα.
όχι δικό τους.
γιατί τα αυτιά κλείνουν και ανοίγουν ανάλογα με το στόμα τους.
τα σαγόνια τους καλά ρυθμισμένα.
βλέμα και φτύσιμο
φτύσιμο και βλέμμα

Ίσως στην τελική γιατί γουστάρουν να κατακτούν, να υποτάσσουν, να δαμάζουν
και πλέον δεν υπάρχουν κάστρα, βασιλιάδες, σπηλιές και ρόπαλα.
Αν και δεν μπορεί κάπου θα υπάρχουν σκέφτομαι, κάπου ανάμεσα
σε αυτή τη προνομιούχα γενιά που γουστάρει να εκμυστηρευεται δυνατά
ότι’χε μάθει να γαμάει άγρια, πουλώντας ροκ,επανάσταση και μεταχειρισμένα ποιήματα.

το αιώνιο φλερτ
ανάμεσα στο παιχνίδι και την καταπίεση

πολύ ακαδημαικά μου φαίνονται αυτά καρδούλα μου,
μου ψιθύρησε μια κυρία μεγάλης ηλικίας, αυτή με το άσπρο σκυλάκι
εκεί στο τελευταίο μπαράκι δίπλα απ’ την αμερικάνικη αγορά και το Λαικόν,
ήταν αυτή με το ξανθό ξεβαμμένο μαλλί, αμήχανα ένιωθα να την κοιτάξω στην αρχή,
με σκαλώνει όταν με κοιτάζουν επειδή μάλλον υποθέτουν ότι έχω πούτσο,
με σκέφτομαι σε συνεφάκι να ξαναπερνάω τον ίδιο δρόμο και ένας τεράστιος πούτσος
να βγαίνει απο γιακά του πουκαμίσου μου αντί για λαιμό,
νιώθω ότι θα πρέπει να ανταπεξέλθω στην προσδοκία.
έχω τη πολυτέλεια να να νιώθω αμήχανα μου φαίνεται,
έχω τη πολυτελεια να σκέφτομαι μου φαίνεται,
αυτή είχε σπάσει το χέρι της και έτσι ήταν δύσκολες μέρες για την δουλειά
“γιατί κυρίως με μαλακίες και πίπες την βγάζεις μετά τα εξήντα”
ακούς ματέρα ;

ήταν μια μάνα, επαγγελματίας, και είχε δύο αγόρια και ένα κορίτσι
έγιναν οδοντιάτροι, μια μέρα πέθανε ο πατέρας τους
,που ‘χε χωρίσει καιρό. πήραν τα αεροπλάνα και γύρισαν.
ο πατέρας τους ήταν μαλάκας και τον είχαν διώξει.
τώρα κουλουριασμένοι όλοι μαζί μπροστά στο αναμμένο τζάκι μες το καλοκαίρο
είχαν φτιάξει γερό απόθεμα σε ενοχές για όλο το χρόνο.

Οι άντρες που τελικά τόσο μισούσα και τόσο ζήλευα,
όπως ο λαός τους κακούς πολιτικούς.
πάντα υπονοώντας ότι κάπου εκεί στο βάθος μπορούν να βρεθούν
κάποιοι που είναι τίμιοι και δικαίοι.
για να αγαπήθουν και να τους αγαπήσουν
για να τους αγαπήσω
για να με αγαπήσω

στον παιδικό σταθμό υπήρχαν δύο καλόπαιδα
που έπιαναν και με έδεναν σε ένα στύλο σε κάποια διαλλείματα
και έτσι έμενα αναγκαστικά στην αυλή για ώρες. δεν φώναξα ποτέ.
Κάποια στιγμή η δασκάλα τους ανακάλυψε και στην εβδομαδιαία “συνέλευση”
έβαλε τις φωνές και δεν σταματούσε με τίποτα. έβαλα και ‘γω τα κλάμματα γιατί
δεν άντεχα τις φωνές.
σταμάτησε