Ο θάνατος της πρωτοπορίας

flying theory no 2 Τα βράδυα γυρνάω τρεκλίζοντας και χτυπώντας απάνω σε διάφορα αντικείμενα. Ο πόνος σε διαφορετικά σημεία δεν με αφήνει να ευχαριστηθώ το deja vu της καθημερινής διαδρομής. Πέφτω στο κρεβάτι ανάσκελα με ανοιχτό το στόμα και υπολογίζω, με ένα νέο μετρητή που βρήκα σε ένα χαριστικό παζάρι τελεμάρκετινγκ, πόσα ποτήρια κρασί κυλάνε μέσα μου.
Το κάνω αυτό για να θυμάμαι. Η μνήμη είναι απαραίτητο εργαλείο αλλά εγώ ξεχνάω γιατί πίνω για να κοιμηθώ. Πιάνω ένα μισοάδειο μπουκάλι απ’ το σορό ρετσίνες δίπλα στο κρεβάτι. Βάζω κάποια εκμπομπή από αρχείο ραδιοφώνου και την αφήνω να παίζει. Τα πόδια μου στηρίζονται στο μπαουλάκι που έχω για κομοδίνο και εκεί μέσα κρύβω τα τετραδιάκια που έγραφα μικρός. Τραβάω τρεις μεγάλες γουλιές μέχρι να αδειάσει. Κοιμάμαι.
Αυτός λοιπόν είναι ένας μετρητής ανάλογος με αυτους για το μέτρημα θερμίδων που φοριέται και στο μπράτσο.
Ένας μετρητής ύπνου, που μπορεί και αναγνωρίζει κατα πόσο το σώμα σου έχει φτάσει σε καταστάση εξάντλησης.
Δύσκολο πράμα στις μέρες μας και στα σπίτια μας. Τα σπίτια μας γεμάτα με ζόμπι που έχουν καταφέρει να είναι ήρεμα.
Δεν διψάνε πια για αίμα. Ξέρουν ότι θα σου έρθει μόνο άμα δεν το ζητάς. Είναι έξυπνα και έχουν δίκιο.

Εμάς δυστυχώς μας είχαν πάει κατευθείαν στην επόμενη τάξη. Τα είχαμε αποκυρήξει όλα αυτά. Τα είχαμε αρνηθεί πριν προλάβουμε καν να τα καταλάβουμε.
Άχ πόσο γαμάτοι νιώθαμε.
Αναβλύζαμε κάβλα και την σκορπούσαμε ανα διάστηματα στους γύρω μας.
Στα κρεβάτια μας, χωρίς οργασμούς, χωρίς διεισδύσεις, χωρίς τσιγάρα μετά.
“δε θέλω σπίτι, δε θέλω δουλειά, δε θέλω λεφτά, δε θέλω χώμα, δε θέλω νόημα, δε θέλω ελπίδα, δε θέλω θεό, δε θέλω χρόνο, δε θέλω θέο, δε θέλω το αύριο, δε θέλω πόλεμο, δε θέλω ειρήνη, δε θέλω χρώμα”
Ζούσαμε τις πρώτες μέρες της καινούργιας μας ζωής και επιπλέαμε. ακροβατούσαμε σε κάτι περιοχές αχαρτογράφητες, ανεξευρεύνητη η γη και εμείς περιπλανώμενοι σε σοκάκια με σκατά νομίζωντας ότι είναι θαυμάσια. Μικρά καφενεία σε μεγάλα εργοστάσια μας ζέσταιναν το στομάχι όταν γέμιζαν με ηλεκτρικές κιθάρες.
Χτυπιόμασταν με ανοιχτά τα μάτια γιατί καβλώναμε ότι βλέπαμε.
Η γη της επαγγελίας ήταν ήδη εδώ και εμείς δεν ξέραμε αν θα ξυπνήσουμε το άλλο πρωί.
Γράφαμε σε πλυθηντικό αριθμό γιατί μας άρεσε. Δεν τα ζούσαμε μόνες μας όλα αυτά άλλωστε. Ήταν άλλοι τόσοι που είχαν δωθεί στο παιχνίδι.
Και ξαφνικά μια μέρα με έπιασα να αγχώνομαι γιατί το τι θα απογίνω.
Μόνος πια, με άγχη για επιβίωση χωρίς κανέναν απ’ όλους αυτούς που πληγωθήκαμε μαζί να κοιτάω το ταβάνι και νιώθω ότι δεν μπορώ να πάρω ανάσα.
Ίσως να φταίει που πήραμε πολλές μαζί.
Τώρα κλείσε το μπουκάλι, ετοίμασε το αυριάνο πρόγραμμα της σχολής και δεν πειράζει που θα στριφογυρίζεις μέχρι το πρωί.
Άλωστε ένας ολόκληρος κόσμος βρίσκεται μπροστά μας.
Κάποτε προετοιμαζόμουν για να κάνω ληστείες. Θα ζούσα έτσι είχα πει, με το θάνατο ή καλύτερα την πιθανότητα μιας νεκρικής ακινησίας ανάμεσα στα πόδια μου.
Το όπλο που θα βρισκόταν εκεί είτε για να με κάνει να την βγάζω δωρεάν είτε για να με στειλεί στο μοναδικό μέρος που θα αναγκάζομουν να αισθανθώ ηρεμία.
Αχ φυλακή, κάβλα και ηρεμία ταυτόχρονα.
Εκεί θα ζούσα το αμερικάνικο όνειρο μου.
Αλλά τώρα μεγάλωσα. Κατάλαβα πιο είναι το σωστό και πιο είναι το λάθος.
Έσφιξα τη ζώνη.
Κατέβασα τους ήρωες απ’ το βάθρο του θριάμβου.
Κι ας είχαν μόνο μαύρα ρούχα, αγριεμένο πρόσωπο και μπόλικα κακουργήματα στα χέρια.
Πλέον κατάλαβα.
Ο κόσμος μας ανήκει, για να μας κάνει σαν τα μούτρα του.
Για να αγωνιστούμε μέσα στις αντιφάσεις μας.
Για να γκρεμίσουμε τους ήρωες και τις οικογένειες.
Για να είμαστε τόσο ήρεμα ίδιοι όσο βαθύτατα αγχωμένοι.
Σαν όλους τους άλλους.