Στημένα ραντεβού

no hero
NOR A FAMILY TO SAVE US

Στις 5 του μήνα στην Αθήνα, απ’ τα ηχεία του Grande Bretagne,
που ήταν κρεμασμένα πάνω στις μαρμαρινές κολώνες του,
έβγαιναν κάποια γνώριμα λόγια που τα συνόδευαν πια ηλεκτρικές κιθάρες
” τρί-α γρά-μμα-τα μόνο φωτίζουν την ελλη-νι-κή μας τη γενιά”,
ένα τεράστιο ΟΧΙ ακούστηκε απο το πλήθος που είχε κατακλύσει
την πλατεία συντάγματος και κάλυψε την συνέχεια του τραγουδιού.
Είχαν όλοι κόκκινα σημαιάκια και φορούσαν μπλούζες
με την ελληνική σημαία με το σφυροδρέπανο στη θέση του Σταυρού.

Κάποιοι κρατούσαν χαρτονομίσματα απ την εποχή της εθνικής
ανεξάρτησίας της πασοκικής περιόδου και τα ανέμιζαν
προκλητικά μπροστά στους όμορφους και ψηλούς εύζωνες.

ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο του ενός όπως τότε
στις διαδηλώσεις για τις φωτιές στην πάρνηθα
αυτή τη φορά δεν ήταν απ’ την προσπάθεια
να κρατήσει ανοιχτά τα μάτια του
είχε συγκινηθεί στ’ αλήθεια

ο άλλος πάλι είχε εμφανώς καβλώσει
και η φούστα σηκωνόταν λιγάκι
απ’ τα δεξιά
αναρωτήθηκα
αν θα χει
τρυπήσει το καλτσόν ή όχι
αλλά ντράπηκα να ρωτήσω

Κάτι φοιτητές απ’ το τμήμα
κοινωνικής ανθρωπολογίας
στην Πάντειο βγήκαν έξω στο δρόμο
και κοιτούσαν με ενδιαφέρον
τα ανθρωποειδή που διέσχιζαν
το δρόμο με μισό- αργο
βηματισμό σαν να χαν αοράτες
πατερίτσες.
έβγαζαν ανά τακτά χρονικά
διαστήματα κάτι άναρθρες
κραυγές.

Κάποιοι απ’ τους φοιτητές
δίπλα απ’ τις κολώνες σε Ιωνικό ρυθμό
άρχισαν να σημειώνουν ακατάπαυστα,
οι καθηγητές κοιτούσαν ενθουσιασμένοι
απο μακρυά, θαυμάζοντας τους επιγόνους τους.
Θα σκιζόντουσαν στην έρευνα για χάρη τους
αυτά τα παιδιά, και δωρεάν μάλιστα.
Τα μάτια τους έλαμψαν και φώτισαν το δρόμο.

Ο Δήμαρχος είχε κλείσει τα φώτα προκειμένου
να μην υποβαθμιστεί η τουριστική εικόνα της πόλης.
Δεκαπεντάυγουστος.
Η πρέζα, η Αθήνα και οι τουρίστες.
Κάβλα απο παντού.
Οι μπάτσοι, οι μετανάστες
και κάποιοι αναρχικοί.

Η μοναξιά μου έχει καλύψει όλους τους πόρους,
βγαίνω με ζευγάρια και ζηλεύω τα πιασμένα τους χέρια,
βγαίνω απ’ το σπίτι και ορμάω στους ανθρώπους,
κάθε βράδυ το βλέμμα μου σκοτεινιάζει.
Οι συνελεύσεις σε υπόγεια χωρίς κανένα παράθυρο με γεμίζουν με ηρεμία,
εκεί για λίγο νιώθω ίσος με όλους,
μέχρι που περνάει η ώρα,
τελειώνουν και αυτές και μετά πρέπει
να βγω στον πραγματικό κόσμο,
βάζω τα πένθιμα μου και περιμένω.