2. Γεννήθηκα το 43′.

comie shamingΟ πατέρας μου βρισκόταν σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία. Ήταν κομμουνιστής ή έστω φιλικά προσκείμενος. Βοήθησε το ΕΑΜ, ήταν η ετυμηγορία.

Απέδρασε το 45′ λίγο πριν από τη λήξη του πολέμου. Ήταν 39 κιλά.
Τον πήγαν στο βερολίνο μαζί με άλλους διασωθέντες και τους έβαλαν να παρελάσουν.
Ήταν γκρεμισμένα τα πάντα, 50 χρόνια αργότερα θα γινόταν η πόλη της ελευθερίας και της ασφάλειας.
Όλα τα λεφτά και όλη η ανεκτικότητα έπεφταν ασταμάτητα για πάνω από σαράντα χρόνια και απ’ τις δύο πλευρές.
Έπρεπε η υλική αντανάκλαση του ενός στον άλλο να μην θύμιζε το τέρας του πολέμου.
Αργότερα μου είπε ότι έκλαιγε, έκλαιγε ασταμάτητα όσο περπατούσε ανάμεσα στα συντρίμμια.

 

Το 1962 μπήκα στα κρυφά στο κόμμα. Δεν υπήρχε πια παρά με άλλα προσωπεία, ονόματα, αρτικόλεξα, οργανώσεις.
Είχα μέση δαχτυλίδι, μακρυά μαύρα μαλλιά και γένια. Στη χούντα δεν μου τα ξύρισαν.
Είχα βγάλει σε ένα γιατρό χαρτί ότι είχα αλλεργία στο ξυράφι.
Δικός μας ήταν.
Εκείνη την εποχή ήμουν συντηρητής κλιματιστικών. Air condition μας έλεγαν απ΄ την εταιρία να τα λέμε στους πελάτες.
Τα αγγλικά πουλούσαν παρά ότι δεν έβγαζε νόημα.
Ίσως αυτοί που μπορούσαν να τ’ αγοράσουν έχτιζαν τη διαφορά τους με τους άλλους πάνω στα διαφορετικά ονόματα των οικειακών συσκευών.

Μια μέρα με κάλεσαν στο προεδρικό Μέγαρο, οι δικτάτορες ήταν πιο ανθρώπινοι από κοντά. Τουλάχιστον όσο αφορά την εμφάνιση. Πέρασα 3 μέρες εκεί μέσα, και ήταν μοναδικές που ένιωσα ασφαλής κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Μου άρεσε και ντρεπόμουν γι αυτό.

Θυμόμουνα αμυδρά και από αφηγήσεις τον θείο μου τον Αλέκο στη Τασκένδη. Το Δημοκρατικό στρατό. Τα έγγραφα που μας έδωσε να κρύψουμε κάτω απ’ το ξύλινο πάτωμα μία μέρα πριν φύγει. Τις σανίδες που ξηλώσαμε κατευθείαν παρά ότι δεν είχαμε λεφτά να βάλουμε άλλες. Έτσι αναγκαστήκαμε να τις ξανα-καρφώσουμε και σκοντάφταμε όλο το χρόνο στις εσοχές τους. Ακόμα θυμάμαι τη μπρόκα που είχε τρυπήσει το παπούτσι μου αλλά την είχα γλιτώσει παρα τρίχα. Ακόμα θυμάμαι. Τη μάνα μου, τη Μαριγούλα να κλαίει πάνω απ’ τον ξυλό-φούρνο που τελικά πέθανε το 1990.
Ο πατέρας μου δύο χρόνια νωρίτερα, είχε πέσει από μια ελιά όταν την κλάδευε.
75 ήταν, δύο χρόνια μεγαλύτερος από μένα τώρα.
Φοβάμαι όλο και περισσότερο τελευταία το θάνατο.

Τρέμουν τα χέρια μου όταν οδηγώ, κάνω ότι δεν συμβαίνει τίποτα
αλλά ο γιός μου στη θέση του συνοδηγού με παρατηρεί πάντα με
ένα λυπημένο και ανήσυχο βλέμμα.

Ο πατέρας μου και το αυστηρό του βλέμμα.

Δούλευε από τα δέκα του, δέκα χρόνια μετά έκανε οικογένεια.
Δεν ξέρω τίποτα για τη συνέχεια, δεν μιλούσε πολύ μόνο όταν έπινε και τότε δεν έβγαζες και πολύ άκρη. Στρατόπεδο συγκέντρωσης, εμείς στο χωράφι να μαζεύουμε σιτάρι, εκείνο το φίδι που είχε πνίξει με τα ίδια του τα χέρια. Η Μαριγούλα να μην αντέχει να κουβαλάει άλλο τα δεμάτια και να πέφτει κάτω. Εγώ να βλέπω το μαλλιούρη, το προβατάκι μου να το σφάζουμε. Μόλις ένα χρόνο πρόλαβα να το γνωρίσω. Έκλαψα πολύ.
Λευκή Τρομοκρατία.
Δεν μας άφηναν να πάμε το Πάσχα στο γλέντι του χωριού.
Η Αμερικάνικη βοήθεια.
Το σχέδιο Marshall.
Όλοι οι λόγοι που γιορτάζαμε την 28η Οκτωβρίου.
Πρώτα οι αντάρτες την είχαν γιορτάσει πρώτοι γιατί νόμιζαν ότι αυτός ο πόλεμος θα ήταν η ευκαιρία τους. Πόσο λάθος είχαν κάνει. Οι ελπίδες συχνά τυφλώνουν. Οι επαναστατικές απ’ την άλλη συνήθως εθελοτυφλούν.
Μία γειτόνισσα μας έδινε μερικές δραχμές για να αγοράζουμε κόκκαλα να τα βράζουμε μαζί με τα λαχανικά για να νοστημίσει η σούπα μας.
Ο συμμαθητής μου που πετάγε πέτρες στα τζάμια του σπιτιού μας.
Ήμασταν κομμουνιστές και ο δάσκαλος κάθε πρωί, σε μένα και στον Κωστάκη μας έρχινε δέκα βεργιές. Ο Κωστάκης δεν μου μιλούσε ποτέ όμως. Μάλλον πίστευε ότι όσο περισσότερο κάναμε παρέα τόσο το χειρότερο και για τους δύο μας. Ίσως να είχε και δίκιο. “Με το αίμα μας και με τα όπλα μας, αλλά κυρίως με το αίμα μας” μου ψιθύριζε η μάνα μου τα λόγια του Μπελογιάννη που εξηγούσαν πόσο πατριώτες είμαστε εμείς οι κομμουνιστές. Οι πρώτοι χριστιανοί.

Η μάνα μου με έστειλε παπαδοπαίδι για να γλιτώσω. Εσύ θα σωθείς και θα προκόψεις μου λέγε.

1957, Πάσχα.
Εγώ και ο αδερφός μου ο Αλέκος βάλαμε πυρίτιδα μέσα στην κουφάλα ενός δέντρου δίπλα στην εκκλησία. Θέλαμε και εμείς επιτέλους να δείξουμε στα άλλα παιδιά ότι και εμείς με τους ίδιους τρόπους παίζαμε. Μετά πήγα στη λειτουργία. Ο παππάς με έδιωξε, έκανα μια βδομάδα να γυρίσω στο σχολείο. Ντρεπόμουν τα χέρια μου είχαν καεί και είχαν μείνει και απάνω τους τα σημάδια από την βέργα, την ιερή πια.

Όλο και περισσότερο ένιωθα ότι έπρεπε να φύγω. Δεν άντεχα τα βλέμματα στο χωριό, ένιωθα ότι με έκοβαν. Τα κρυφά γέλια, οι απότομες αλλαγές δρόμου, οι εξαναγκαστικοί χαιρετισμοί και η λύπηση στα μάτια κάποιων με έκαναν μέρα με τη μέρα να το παίρνω απόφαση.

Η πολιτική είχε υπερνικήσει τον ζωντανό οργανισμό του κοινού τόπου. Αν και νομίζω ότι ήταν κυρίως αυτός ο υπόκωφος μακρόσυρτος φόβος μην βρεθούν στη θέση μας.

Πήγα να δουλέψω με τον πατέρα μου λίγο έξω απ’ την Κόρινθο. Φτιάχναμε τις ράγες για το νέο σιδηρόδρομο. Τα μεσημέρια κάναμε ένα μικρό διάλλειμα για φαγητό . Όταν οι άλλοι γύριζαν στις δουλειά, εγώ ξάπλωνα και κοιτούσα προς τον ουρανό για λίγο ακόμα. Μόλις σε δύο βδομάδες κατάφερα να απολυθώ. Ο πατέρας και οι υπόλοιποι εργάτες με έβριζαν.

Έφυγα για την Αθήνα με τα πόδια. Οι πρώην κομμουνιστές δεν μπορούσαν να ανεχτούν τέτοιες συμπεριφορές αναμέσα τους. Δεν μπορούσαν να χάσουν τα μοναδικά τους χαρτιά για να επιβιώσουν στη μετεμφυλιακή κοινωνία.

Η αστείρευτη εργατικότητα και η δουλειά για την ανασυγκρότηση της πατρίδας ήταν τα αναγκαία οχήματα επίβιωσης.
Η δική τους ευκαιρία να ξεπλύνουν το στίγμα του κατασκόπου.
Έπρεπε λοιπόν να φύγω και πάλι.