Πρεζόσπιτο

because the night 2

Πήγαινα συχνά σε αυτό το σπίτι. Τύχαινε μερικές φορές καθώς γυρνούσα μεθυσμένος να τον πετυχαίνω στο δρόμο και να αρχίζουμε να μιλάμε ασταμάτητα. Ήταν αυτή η μονόπλευρη αφήγηση απ’ την πλευρά μου, που πάντα έβρισκε ένα μικρό νεύμα συγκατάβασης ή κατανόησης.
Εμένα δεν μ’ άρεσε και πολύ αυτό που συνέβαινε αλλά αυτός μου λέγε σχεδόν πάντα, ότι συχνά εκφράζω όλα αυτά που του είναι δύσκολο να πει.
Η επικοινωνία μάλλον δεν έχει συγκεκριμένο όριο τοποθέτησης, πολλές φορές δεν έχει καν φωνή.
Εγώ απ’ την άλλη πάντα πίστευα ότι η σιωπή εκτός από εκνευριστική είναι και επικίνδυνη. Ήμουνα στρατευμένος εγώ, και έτσι πολλές φορές έχανα τις άλλες δύο διαστάσεις της όρασης.

Καθόμασταν συνήθως στην κουζίνα που ταν βαμμένη απ’ τη μέση και κάτω, σαν συνεργείο, με ένα ελαφρύ πράσινο που με έκανε να αισθανόμουν σαν να βρισκόμουν σε λιβάδι. Ερχόταν σιγά σιγά η γάτα, ανοίγαμε καμιά μπίρα, η μάλλον εγώ κυρίως, αυτός μόνο άναβε κάνα τσιγάρο για να μην φαίνεται ανέκφραστο το στόμα του. Καθόμασταν συνήθως για μισή με μία ώρα γιατί μετά καταλαβαίναμε όταν είμαστε και οι δύο πτώματα και όταν καμιά φορά και γώ ένιωθα ότι δεν μπορούσα να πάρω το σώμα μου να φύγω απ’ το πολύ αλκοόλ, του ζητούσα παραπονεμένα αν μπορούσα να κοιμηθώ εκεί. Αυτός άνοιγε την πόρτα του δωματίου, μου έδινε ένα υπερμεγεθές παντελόνι φόρμας και μου σήκωνε το πάπλωμα για να ξαπλώσω δίπλα του. Συνήθως σιγά σιγά άρχιζε να με αγγίζει και να με τρίβει. Σιγά σιγά, χωρίς βιασύνες. Πρώτα τα μικρά αγγίγματα του χεριού. Μετά λίγο η κοιλιά. Αισθανόμουν αμήχανα εκεί. Πάντα αισθάνομαι. Μετά το άγγιγμα επεκτεινόταν σε όλη τη σωματική μου επικράτεια. Εγώ δεν αντιδρούσα ακριβώς. Απλά έμενα ακίνητος και πότε πότε έκανα μια μικρή κίνηση για να δείξω ότι δεν έχω κοιμηθεί.
Δεν μπορούσα άλλωστε, αυτό θα σήμαινε ότι τον απορρίπτω.
Παρόλα αυτά κάποια στιγμή τα μάτια μου πάντα ψιλό-έκλειναν γιατί συνήθιζα το περπάτημα χεριών απάνω μου. Τότε ήταν συνήθως που συνέβαινε το μεγάλο μπαμ. Κάποιες φορές τύχαινε να ήμουνα και εντελώς κοιμισμένος. Έπεφτε ένα χέρι με φόρα πάνω στα αχαμνά μου.

Πόσο λειψό το να αναφέρεις τα κομμάτια του σώματος σου σε σχέση με τη βιολογία. Πόσο ξεπεσμένο να δυσκολεύεσαι να σημειώσεις την λέξη “πούτσος”. Όχι γιατί δεν ταιριάζει λογοτεχνικά. Απλά επειδή δεν μπορείς να την πεις.

Εκεί συνήθως άλλαζα πλευρό και έπεφτα για ύπνο. Δεν ένιωσα ποτέ την οικειότητα αυτής της κίνησης που αρπάζει κάτι. Μου αρέσει να αρπάζω.
Ναι είναι απ’ τις βασικές συνήθειες μου. Απλά μόνο μεθυσμένος μπορώ να το κάνω και χωρίς να το αποδέχομαι.

Αυτή η επίσκεψη επαναλήφθηκε αρκετές φορές και συνήθως είχε την συνηθισμένη κατάληξη. Εγώ να κοιμάμαι αποτελειωμένος, κάποια στιγμή να νιώθω ένα χέρι με πασπατεύει και να περιμένω να με ξαναπάρει ο ήχος μπας και ησυχάσω.
Κάποιο βράδυ ένιωσα πολλές τύψεις για την μη αλληλεπίδραση μου και ξυπνούσα απ’ τα όνειρα. Κάποια στιγμή τον είδα κρατώντας ένα μεγάλο ψαλίδι να είχε ανοίξει την μπαλκονόπορτα και να πετούσε κάτι απ’ το μπαλκόνι. Μόλις ξημέρωνε. Μετά γύρισε προς τα εμένα με φίλησε στο κούτελο και αποκοιμήθηκε μετά από καιρό ήρεμος.
Σηκώθηκα έβαλα το φανελάκι και βγήκα στον ήλιο. Είχα και μουστάκι εκείνη την εποχή. Φόρεσα τα γυαλιά μου.

Μπορεί να μην είχα πουλί αλλά είχα αξιοπρέπεια.
Όταν κατέβηκα τα σκαλιά και δεν ένιωθα τίποτα να κρέμεται και να ανεβοκατεβαίνει. Κατάλαβα όμως ότι δεν είχα χάσει και τίποτα σημαντικό και έτσι δεν έκατσα να το ψάξω κάτω στο πεζοδρόμιο αλλά το πήρε το μάτι μου , καθώς έφευγα, να βρίσκεται μέσα στις σκόνες και να το τσιμπολογάνε κάτι περιστέρια μαζί με κάτι πατάτες που είχαν πέσει από κάποια στο διπλανό burgeradiko.