“κι όμως δεν μπορώ να αφήσω όλους αυτούς τους ανθρώπους”


Σήμερα (ή μάλλον 6 μήνες πριν) έχασα την γάτα και με έπιασε ένα άγχος γάμησε τα, και ενώ την έψαχνα πάνω απο βιβλιοθήκες και κάτω απο κρεβάτια με ξανά έπιασε ένα άγχος για όταν θα επιστρέψω στη θεσσαλονίκη και έτσι με έπιασε κόψιμο και έτρεχα πάνω κάτω σαν την τρελή. Έτσι μου λένε ότι έτσι μοιάζω όταν τρέχω πάνω κάτω και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ σε ένα πράγμα και μιλάω και μπερδεύομαι αλλαζώντας τις συζητήσεις αλά scroll down, και μετά ντρέπομαι και μένω ακίνητος και μετά αγχώνομαι που τα χω κάνει όλα αυτά.

Πώς να μιλήσω με ανθρώπους πολιτικά που διαφωνώ με την ύπαρξη τους. Πώς να αντιδράσω σε βλέμματα, σχόλια και τυχαία αγγίγματα ;
Εδώ είναι ΚΡΗΤΗ ρε! μου φωνάζουν όλοι και έτσι πρέπει να το κάνω. Πώς θα καταφέρω να συνυπάρξω σε αυτό το κόσμο που με κρατάει ζωντανό. Είχα να ξεράσω πολύ καιρό, ήξερα ότι σε λίγες ώρες θα έπρεπε να φάω με τα αδέρφια μου και τους γονείς.

Ένιωθα φουσκωμένος και κοιταζόμουν συνεχώς στον καθρέπτη, τα πάντα περίσσευαν.
Έβαλα λοιπόν για άλλη μία φορά τα δάχτυλα μου μπας και αδειάσω λίγο.
Δεν είμαι σίγουρος αν πέτυχε, άλλωστε έχει περάσει καιρός πια.
Πάντως το έκανα και προχθές. Ίσως να ήθελα να εξετάσω αν είμαι ακόμα καλός σε αυτό.
Μάλλον είμαι.

Τελικά είχα δίκιο για το άγχος όταν θα γυρίσω στη θεσσαλονίκη. Για 1 εβδομάδα κάθισα σπίτι και δεν μπορούσα να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι.
Μετά σοκαρίστηκα και άρχισα πάλι να πίνω. Με κάποιο τρόπο μου πέρασε και το κόψιμο. Η μητέρα μου που ήθελε τόσο να με φροντίσει με ιατρικούς όρους, παρεδέχτηκε πια ότι φταίει μόνο το άγχος μου και ας φοβάται ότι είμαι ήδη αλκοολικός. Πλέον, ξέρω ότι δεν πρέπει να αγγίζω, ούτε να μιλάω με ανθρώπους. Είμαι ένας διαρκής κίνδυνος για άντρες, γυναίκες και παιδιά. Το άγχος μου μόνο πίεση προκαλεί. Πλέον έχω καταλάβει ότι δεν πρέπει να αγγίζω, να μιλάω και να βγαίνω. Πρέπει να γίνω ένας βουβός τάφος γιατί αλλιώς όλοι κινδεύουν να νιώθουν ότι νιώθω και εγώ. Πρέπει να μην κλείνω τα μάτια ποτέ. Να μην αφήνομαι σκοτάδι μου. Γιατί είναι επικίνδυνο λέει για όλους τους άλλους.

Το χειρότερο είναι ότι κάποιες φορές μέσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που έχω ταλαιπωρήσει, μπορεί να είναι και κάποιοι που εχω ερωτευτεί. Ναι, μάλλον τους ερωτεύτηκα λίγο ή πολύ όλους αυτούς. Είχα πιστέψει ότι δε θα συνέβαινε ξανά. Κάπως οι διαρκείς προσδοκίες, ο φόβος απο τα αγγίγματα και ένα έντερο γεμάτο με εκδορές δεν βοηθάνε και πολύ στην γνωριμία.

Πλέον δυστυχώς όλα χάθηκαν. Μόνο εμένα κοιτάω πια, πιο φοβισμένο απο ποτέ να τρέμω τις Πέμπτες που πηγαίνω λαϊκή μήπως και συναντήσω κανέναν.
Το βλέμμα κάτω, οι κανόνες στο χέρι και ένα όνειρο που ξεψύχησε.

Μάλλον μετά απο λίγο καιρό όλο και κάπου θα με δω να αργοπεθαίνω ξανά. “Η κοινότητα θα φταίει” μου φώναξε κάποια που κάπνιζε πολύ, “που όλο μας υπενθυμίζει πόσο μόνες είμαστε και τρέχουμε στα μπαρ πάνω κάτω να πιούμε ασταμάτητα μήπως και σταματήσει ο πόνος”. “Αλλά πως να σταματήσει, αφού η ύπαρξη του, μάλλον στην έλλειψη της βασίζεται” σκέφτομαι εγώ και μετράω πόσους μήνες έχω να κοιμηθώ χωρίς αλκοόλ αλλά προκείμενου να μην στερηθώ το δικαίωμα μου περί προσωπικών δεδομένων αποφασίζω να μην τους μοιραστώ με κανέναν.

Εκεί που η κοινότητα έχει καταρεύσει, η ομοιομορφία πουλάει αβέρτα και γω να νιώθω τόσο μόνος ανάμεσα σε αγόρια. Γιατί εκεί που τα κορίτσια αρχίζουν να μιλάνε μόνο αναμεταξύ τους, περπατάω με σκυφτό το κεφάλι φοβούμενος ότι δεν θέλουν πια να με κάνουν παρέα.                                                                                                                                    Όλες αυτές είναι οι στιγμές που η βιολογία αρχίζει να ξανά-μολύνει τη σκέψη μας. Η γεννητική του να χωρίζεις τους ανθρώπους σε διαφορετικές φούσκες.
Ένα μέλλον, με παναμοιότυπα ζευγάρια κάλτσες, διπλωμένα σε διαφορετικές στίβες με βάση το χρώμα και τοποθετημένα έτσι ώστε να μην επηρεάσουν το ένα το άλλο. Ένα μέλλον δυσοίωνο που ήδη έχει αρχίσει να εξαπλώνεται.