Κάθε αγορά και μια γνωριμία, κάθε μαγαζί και ένας φίλος

αλβανοί άνδρες κατά το ταξίδι τους προς το ελληνικό όνειρο, 1991

 

Τα supermarket είναι κυρίως ένα χώρος κοινωνικότητας για τους άνω των 70 και οι υπάλληλες να τρέχουν πάνω κάτω για να τον κρατήσουν όπως ήταν παλιότερα. Τότε που τα αφεντικά δεν μιλούσαν για το ¨εμείς¨ στους εργαζόμενους και οι εργάτριες προσδοκούσαν πότε θα έρθει η δικιά τους δικτατορία.

Κάποια απ’ αυτά, τα μαγαζιά έχουν αρχίσει και κλείνουν σταδιακά και έτσι δεν έρχονται καινούργια προϊόντα. Έτσι αυτές γέμισαν όλα τα ράφια της βιτρίνας με κωλόχαρτα και έπιασαν γκόμενες και γκόμενους τους επίδοξους κλέφτες που κυνηγούσαν παλιότερα. Μία γιαγιά στα Εξάρχεια κάποτε μου είχε αγοράσει ένα πακέτο μακαρόνια γιατί περίμενα πολύ ώρα προκειμένου να πληρώσει και να τα πει με την ταμία. Αισθάνθηκα αμήχανα και έμεινα ακίνητος. Στη συνέχεια οι υπάλληλοι μου είπαν να περάσω έξω, ήμουν ο τυχερός εκείνης της εβδομάδας.
Η αλήθεια πλέον κρύβεται στα ατέλειωτα χαρτομάντιλα και στους ανθρώπους που δεν μπορούν να κλειστούν στο καβούκι τους, ταρακουνώντας την ταυτότητα τους σαν ένα εκκρεμές σώμα σε συγκεκριμένο βαρυτικό πεδίο. Αυτό το τεύχος αφιερώνεται σε αυτές αλλά και σε όσους βρίσκονται μέσα στην σχέση αλλά με κάποιο μαγικό τρόπο είναι εναντίον της, δηλαδή εναντίον του ίδιου τους του εαυτού. Όσα ψωμιά και να ζυμώσεις, ποτέ δεν είναι σίγουρο ότι θα καταλήξεις φούρναρης.

Πάντα έψαχνα για συντρόφισσες αλλά κατέληξα να έχω φίλους, που κινούνται εντός και επί τα αυτά του κινήματος. Οι μισές δουλεύουν, οι άλλοι μισοί ψάχνονται και εγώ κάπου στη μέση να κάνω και τα δυο, μη τυχόν και χάσω την επαφή με την πραγματικότητα. Παλιότερα ήμουν ο “ και μετά φιληθήκαμε” ενώ τώρα έχω καταλήξει να κάνω “κοινωνική παρατήρηση”, γνωρίζοντας ανθρώπους μόνο τα καλοκαίρια. Παλιότερα είχα μπει σε αυτό το χώρο προκειμένου να μπορέσω να κάνω ληστείες. Τώρα φοβάμαι να κλέψω ακόμα και ένα κομμάτι τυρί. Όσο μεγάλωνε ο μύθος, τόσο πιο απότομη έγινε η πτώση. Μάλλον για τις πτώσεις ζω όμως.. Λες ρε γαμώτο στο τέλος να καταλήξω κυβερνητικιά και να μην μπορώ να μπαίνω σε καταλήψεις να ακούω μουσική ; κρίμα θα είναι..

Όπως είπε και ένας μετανάστης που έμενε κάποτε στο (κατεδαφισμένο πλέον) Ορφανοτροφείο, “in capitalism you have to say you are weak to gain anything”. I am a poor refugee λοιπόν και η τιμή απ’ τις μπότες έπεσε στα 10 ευρώ. Άλλωστε η αυτό-θυματοποίηση είναι πολλές φορές ο μόνος τρόπος για να μπορέσεις να μιλήσεις την εποχή που οι πολιτικές ενάντια στην καταπίεση μπαίνουν και στην κρατική ατζέντα. Η ιδεολογία έχει κυριαρχήσει στους χώρους μας πια και το επίδομα του ΟΑΕΔ θα μας μετατρέψει σε μονάδες καθημερινής αναζήτησης εργασίας και σε συλλέκτες αποδεικτικών στοιχείων γι αυτή μας την προσπάθεια. Ο Spud του trainspotting πρέπει να πήρε πολύ speed από τότε και να έχει πάει σε εκατοντάδες συνεντεύξεις αξιολόγησης. 20 χρόνια πέρασαν άλλωστε. Σήμερα η Καθημερινή γράφει άρθρα για την ανισότητα μεταξύ των μεταναστών και τα πάρτι θεωρούνται πια ο μοναδικός χωροχρόνος για την άμβλυνση των διαχωρισμών. Παράλληλα η θεραπεία για την αρρώστια προσφέρεται μόνο για όσους και για όσες πιστεύουν στο διαφωτισμό και σε μία δημοκρατία ισότητας.  Τα δικαιώματα όμως όσο χώρο μας δίνουν, άλλους τόσους λάκκους ανοίγουν.

Η πρόσβαση στην αστική κοινωνία πάντα εμπεριείχε μπόλικους κινδύνους. Τα ρούχα μου, τα σάλια μου και ένα ταξί να φύγω.

Στην παρέα μας μόνο κριτική κάνουμε όλη την ώρα μεταξύ μας και σαν να μην φτάνει αυτό, το ευχαριστιόμαστε κιόλας. Βαδίζουμε στο σκοτάδι με γυμνά χέρια, όλο πέφτουμε και χτυπάμε τα γονατάκια μας, όπως γινόταν στις παιδικές χαρές με εκείνο το αιχμηρό χαλικάκι που κανείς δεν έχει εξακριβώσει ακόμα αν ήταν χειρότερο η καλύτερο απ’ το χώμα. Πάλι καλά που πέρα απ’ την προοπτική του κομμουνισμού, υπάρχει και ο θάνατος να με ανακουφίζει σαν σκέψη εδώ πέρα. Κάτι είναι και αυτό.