Ποτέ δεν σου άρεσε ο πόνος που αρέσει σε μένα


Από μικρός συνήθιζα να χρησιμοποιώ το δάχτυλο μου για να βουλώνω το στόμα μου, όταν δεν το έκανα, το πρόσωπο μου έπαιρνε περίεργες εκφράσεις, σαν να μην άντεχα στην θέα των ανθρώπων. Ο θείος, που ήταν γυμναστής μου έλεγε ιστορίες για ένα παιδί που το κοροιδεύανε επειδή τοποθετούσε κι αυτό, όπως και εγώ, τον αντίχειρα του βαθιά μέσα στο στόμα του. Φοβόμουνα έτσι κι εγώ συνεχώς μην ξεχαστώ καμιά φορά και μου μείνει η ρετσινιά του δάχτυλο-γλείφτη. Στα 15 μου, αυτή τη φορά ένας άλλος θείος, πιο σπουδαγμένος (σωστή ακαδημαϊκιά από Καναδά), έδωσε τη λύση στην μητέρα μου, που ανησυχούσε τόσο για τον κοινωνικό στιγματισμό μου όσο και για τα δόντια μου. “Όταν αρχίσει το τσιμπούκι, θα τα αφήσει το δάχτυλο” είχε πει ο θείος, όμως τελικά η προφητεία του δεν επαληθεύτηκε. Μετά από δεκάδες χιλιάδες τσιγάρα, η συνήθεια της χρήσης του δαχτύλου δεν είχε σταματήσει. Ήταν ανακουφιστικό άλλωστε, με ηρεμούσε κάθε φορά που άρχιζα να τρέμω. Κάθε φορά που βρισκόμουν στο σπίτι της μητέρα μου ή σε μία συνθήκη άγχους γινόταν το καταφύγιο για μένα και ας το είχα αφήσει απ’ το πολύ μασούλημα σχεδόν το μισό. Καχεκτικό το δαχτυλάκι μου. Άλλωστε παλιότερα είχε κοπεί. Η ξαδερφούλα μου καθώς παίζαμε, προσπαθώντας να κατακρεουργήσουμε ένα μήλο, μου το άνοιξε στη μέση με ένα σουγιά. Το νύχι κόπηκε στα δύο και το αίμα σκόρπισε δημιουργώντας ένα μικρό χαριτωμένο πίδακα. Για καιρό δεν μπορούσα να το ρουφήξω και έτσι η προσπάθεια για ύπνο, έγινε το νέο μου βασανιστήριο. Μία άλλη μέρα η γνωστή ξαδερφούλα πήρε ένα τούβλο και μου το πέταξε. Αφού με πέτυχε ρίχνοντας με κάτω, ήρθε προς το μέρος μου, με παραμέρισε και πήρε την θέση μου στην κόκκινη κούνια fisher-price. Άνοιξα το στόμα και την δάγκωσα, μέχρι που το αίμα να γεμίσει το στόμα μου. Το έφτυσα πάνω στην κούνια και μετά φώναξα την μητέρα για να την πάνε στο νοσοκομείο. Αυτή σφάδαζε και έκλαιγε ασταμάτητα αλλά πλέον εγώ καθόμουν στην κούνια μου. Στα 25 μου κατάλαβα ότι ακόμα βρίσκομαι, στο κατά Φρόιντ, στοματικό στάδιο.