Ήταν ένα παιδί που το είχαν βάλει σε ένα καλάθι πασαλειμμένο με πίσσα και το είχαν αφήσει πάνω στο νερό

“Με τις άλλες γυναίκες δεν κοιμόταν ποτέ. Όταν πήγαινε να τις δει στο σπίτι τους, ήταν εύκολο, μπορούσε να φύγει όποτε ήθελε. Η περί­πτωση ήταν πιο λεπτή όταν εκείνες έρχονταν σ’ αυτόν κι έπρεπε να τους εξηγεί ότι θα τις συνόδευε στα σπίτια τους μετά τα μεσάνυχτα επει­δή υπέφερε από αϋπνίες και δεν μπορούσε ν’ αποκοιμηθεί δίπλα σε κά­ποιον άλλο. Αυτό δεν απείχε πολύ από την αλήθεια, αλλά η κύρια αιτία ήταν λιγότερο ευγενική και δεν τολμούσε να την ομολογήσει στις συ­ντρόφους του: στο δευτερόλεπτο που ακολουθούσε τον έρωτα δοκίμαζε
μια ακατανίκητη επιθυμία να μείνει μόνος. Του ήταν δυσάρεστο να ξυπνήσει στη μέση της νύχτας στο πλευρό ενός πλάσματος ξένου. Το πρωινό ξύπνημα του ζεύγους του ήταν αποκρουστικό, δεν ήθελε να τον ακούνε να βουρτσίζει τα δόντια του μέσα στο μπάνιο και η οικειότητα του πρωινού των δύο δεν του έλεγε τίποτα.

Γι’ αυτό ήταν τόση η έκπληξη του όταν ξύπνησε και η Τερέζα τον κρατούσε σφιχτά απ’ το χέρι! Την κοίταζε και δυσκολευόταν να καταλά­βει τι του συνέβαινε. Αναλογιζόταν τις ώρες που μόλις είχαν περάσει και νόμιζε ότι ανέπνεε το άρωμα μιας άγνωστης ευτυχίας. Από τότε, και οι δύο χαίρονταν εκ των προτέρων τον μοιρασμένο ύπνο. Θα έμπαινα σχεδόν στον πειρασμό να πω ότι γι’ αυτούς ο σκοπός της σεξουαλικής πράξης δεν ήταν η ηδονή αλλά ο ύπνος που ακολουθούσε. Εκείνη, προπάντων, δεν μπορούσε να κοιμηθεί χωρίς αυτόν. Αν της συνέβαινε να μείνει μόνη μέσα στο δωμάτιο που νοίκιαζε (πράγμα που όσο πήγαινε γινόταν όλο και περισσότερο ένα άλλοθι), δεν έκλεινε μάτι όλη τη νύχτα. Μέσα στα χέρια του, ακόμα και στο κορύφωμα της διέγερσης, καταλάγιαζε πάντα. Της διηγιόταν ψιθυριστά ιστορίες που επινοούσε για χάρη της, μικρά τίποτα, λέξεις καθησυχαστικές ή αστείες που τις επαναλάμβανε μονότονα. Μέσα στο κεφάλι της Τερέζας αυτές οι λέξεις μεταμορφώνονταν σε συγκεχυμένες εικόνες που την οδηγού­ σαν στο πρώτο όνειρο. Εξουσίαζε τελείως τον ύπνο της, κι εκείνη απο­ κοιμιόταν τη στιγμή ακριβώς που αυτός είχε διαλέξει. Όταν κοιμόντουσαν, τον κρατούσε όπως την πρώτη νύχτα: έσφιγγε σταθερά τη γροθιά του, ένα από τα δάχτυλα του ή τον αστράγαλο του. Όταν ήθελε ν’ απομακρυνθεί χωρίς να την ξυπνήσει, έπρεπε να δράσει με πονηριά. Απελευθέρωνε το δάχτυλο του (τη γροθιά του, τον αστρά­γαλο του) απ’ το σφίξιμο της, πράγμα που πάντοτε τη μισοξυπνούσε, επειδή τον παρακολουθούσε προσεκτικά, ακόμα και στον ύπνο του. Για να την ηρεμήσει της γλιστρούσε στο χέρι, στη θέση τη γροθιάς του, ένα οποιοδήποτε αντικείμενο (την άκρη μιας πιτζάμας τυλιγμένης σε κου­βάρι, μια παντόφλα, ένα βιβλίο), το οποίο αμέσως εκείνη έσφιγγε δυνα­τά σαν να ήταν ένα μέρος του κορμιού του. Μια μέρα που μόλις την εί­χε αποκοιμίσει και που εκείνη βρισκόταν στην αρχή του πρώτου ύπνου, ώστε μπορούσε ακόμα ν’ απαντά στις ερωτήσεις του, της είπε: «Ωραία! Τώρα πηγαίνω. – Πού; ρώτησε εκείνη. – Βγαίνω, είπε με αυστηρή φω­νή. – Έρχομαι μαζί σου! είπε εκείνη καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι

. – Όχι, δεν θέλω. Φεύγω για πάντα», είπε αυτός, και βγήκε από την κά­μαρα στο χολ. Σηκώθηκε και τον ακολούθησε ανοιγοκλείνοντας τα μά­τια. Δεν φορούσε παρά ένα κοντό μισοφοράκι κι από κάτω ήταν γυμνή.

Το πρόσωπο της ήταν ακίνητο, χωρίς έκφραση, αλλά οι κινήσεις της ήταν ενεργητικές. Από την είσοδο βγήκε στο διάδρομο (τον κοινό διά­δρομο που οδηγούσε στο διπλανό κτίριο) και της έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα. Εκείνη την άνοιξε με μια απότομη κίνηση και τον ακολούθη­σε, σίγουρη μέσα στο μισοΰπνι της ότι ήθελε να φύγει για πάντα και ότι έπρεπε να τον κρατήσει. Κατέβηκε έναν όροφο, σταμάτησε στο κεφαλόσκαλο και την περίμενε. Τον συνάντησε εκεί, τον άρπαξε από το χέρι και τον οδήγησε πίσω κοντά της, μέσα στο κρεβάτι.”

απόσπασμα από καλοκαιρινό ανάγνωσμα του παιδιού