Πικραμυγδάλα

…….διέσχισε το δρόμο με το ντροπαλό του βήμα. Αναρριχήθηκε στο εργοτάξιο σαν να ήταν μηχανή. Κατασκεύασε τέσσερις συμπαγείς τοίχους. Τούβλο τούβλο σε ένα μαγικό σχέδιο. Τα μάτια του σκισμένα από το σκυρόδεμα και τα δάκρυα. Κάθισε να ξεκουραστεί σαν να ήταν Σάββατο. Έφαγε τα φασόλια και το ρύζι σαν να ήταν πρίγκιπας. Στη συνέχεια ήπιε και λυπήθηκε σαν να ήταν φυγάς. Χόρεψε και γέλασε σαν να άκουγε μουσική. Και σκόνταψε στον ουρανό σαν να ήταν μεθυσμένος. Και έτρεξε στον αέρα σαν να ήταν πτηνό. Και τελείωσε στο έδαφος σε ένα ακατάστατο σωρό. Μαχόμενος στη μέση του δημόσιου πεζοδρομίου. Πέθανε κατά λάθος τρόπο διακόπτοντας την κυκλοφορία…..

Μία ωδή στους βιομηχανικούς εργάτες που κάποτε νόμιζαν ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει δικό τους – και ίσως για μία στιγμή να έγινε- για να εκφραστεί στο νομικό ορίζοντα του κράτους- και να τους σπάσει τα -όποια-φτερά είχαν καταφέρει να ανοίξουν, πάντα ανάμεσα στο κόμμα και στην δική τους επιβολή στο εσωτερικό της οικογένειας. Πλέον ανάμεσα στη δυσκολία της καθημερινής επιβίωσης και στην αδυναμία να πετάξουν πια. Μία ωδή στον πατέρα, που λατρεύουμε να απεχθανόμαστε αλλά και να σκαλίζουμε την ιστορία του, αναζητώντας την ιστορία της κίνησης.

γλυκόπικρο τραγούδι που άκουγα εδώ και 5 χρόνια χωρίς να καταλαβαίνω τι λένε οι στίχοι. Το όνειρο έχει πλέον σακατευτεί. https://www.youtube.com/watch?v=vmGrRmXivmM