Ζητήματα ταυτότητας

-Με απασχολεί ένα πρόβλημα ταυτότητας. Είναι όπως όταν χάνεις την ταυτότητα σου και μένεις μόνο με το διαβατήριο. Ξέρουν βέβαια ποιος είσαι, αλλά από σπόντα. Δεν είναι ενοχλητικό ;
– Τι σχέση έχει όλα αυτό με εμάς;
-Έχουμε δει ο ένας το διαβατήριο του άλλου γιατί φοβόμαστε ότι αν δείξουμε τις ταυτότητες μας, ο καθένας θα νομίσει ότι ο άλλος είναι μπάτσος. Είναι παράξενο, αλλά γύρω στα στα 1970 άρχισα να νομίζω ότι το πιο σημαντικό έγγραφο που έχει κανείς είναι το διαβατήριο. Μετά κατάλαβα ότι η ταυτότητα είναι το πιο μαγικό αντικείμενο, γι αυτό είναι και τόσο περίεργο στην όψη, μοιάζει να έχει προϋπάρξει της δημιουργίας του κόσμου. Από τη μία άποψη η ταυτότητα είναι σαν το λαϊκό τραγούδι ενώ το διαβατήριο σαν σύγχρονη μουσική, είναι καταδικασμένο να σβήσει, να αλλάξει μορφή. Η ταυτότητα είναι αιώνια. Πώς είναι οι δανέζικες ταυτότητες ;
– Δεν είδα καμία. Είσαι ερωτευμένος μαζί μου ;
– Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση. Μπορούσε το 1965, γιατί τότε ο πλανήτης έπαιρνε τον εαυτό του στα σοβαρά, κι άρα το ν΄αγαπάς κάποιον είχε σημασία, ήξερες ότι έλεγες κάτι σοβαρό. Ενώ τώρα ντρέπεσαι γι αυτό που λες.

Από τον Χρήστο Βακαλόπουλο, στην μεταφεμινιστική θεωρία και πάλι πίσω, Τόμος 1ος, Διασκευή 2η

φακ οφ τέοντορ

“Τώρα, αν υπάρχει κάποιο πράγμα που είναι κοινό μεταξύ των “μοντέρνων” και των “μεταμοντέρνων” φιλόσοφων, πέρα από τις αντιπαραθέσεις που τους χωρίζουν, είναι αυτή η υπέρμετρη βεβαιότητα στις δυνάμεις της γλώσσας. Αυτή είναι η τυπική αυταπάτη του λέκτορα, ο οποίος μπορεί να θεωρεί ένα ακαδημαϊκό σχολιασμό ως μία πολιτική δράση ή την κριτική κειμένων σαν ένα επίτευγμα της αντίστασης, και να βιώνει τις επαναστάσεις στο πεδίο των λέξεων σαν τόσο ριζοσπαστικές όσο και οι επαναστάσεις στο πεδίο των πραγμάτων.”

Πιέρ Μπουρντιέ, Πασκαλιανοί διαλογισμοί, σελ. 3

Generation X


Δεν υπάρχει πια τίποτα χαρούμενο στο σεξ. Οι νέοι είναι άσχημοι και απελπισμένοι, κακοί ή νικημένοι. Το σεξ αποτελεί σήμερα την ικανοποίηση μίας κοινωνικής υποχρέωσης, κι όχι πια απόλαυση ενάντια στις κοινωνικές υποχρεώσεις. Κι ούτε μπορώ να αισθανθώ μίσος ενάντια στην δημοκρατική τάξη, γιατί στο χώρο και στο χρόνο που ζω, όλοι έχουν γίνει δημοκράτες.

Από τον Παζολίνι στον Χρήστο Βακαλόπουλο και πάλι πίσω, Τόμος 1ος, Διασκευή 1η

Ήταν ένα παιδί που το είχαν βάλει σε ένα καλάθι πασαλειμμένο με πίσσα και το είχαν αφήσει πάνω στο νερό

“Με τις άλλες γυναίκες δεν κοιμόταν ποτέ. Όταν πήγαινε να τις δει στο σπίτι τους, ήταν εύκολο, μπορούσε να φύγει όποτε ήθελε. Η περί­πτωση ήταν πιο λεπτή όταν εκείνες έρχονταν σ’ αυτόν κι έπρεπε να τους εξηγεί ότι θα τις συνόδευε στα σπίτια τους μετά τα μεσάνυχτα επει­δή υπέφερε από αϋπνίες και δεν μπορούσε ν’ αποκοιμηθεί δίπλα σε κά­ποιον άλλο. Αυτό δεν απείχε πολύ από την αλήθεια, αλλά η κύρια αιτία ήταν λιγότερο ευγενική και δεν τολμούσε να την ομολογήσει στις συ­ντρόφους του: στο δευτερόλεπτο που ακολουθούσε τον έρωτα δοκίμαζε
μια ακατανίκητη επιθυμία να μείνει μόνος. Του ήταν δυσάρεστο να ξυπνήσει στη μέση της νύχτας στο πλευρό ενός πλάσματος ξένου. Το πρωινό ξύπνημα του ζεύγους του ήταν αποκρουστικό, δεν ήθελε να τον ακούνε να βουρτσίζει τα δόντια του μέσα στο μπάνιο και η οικειότητα του πρωινού των δύο δεν του έλεγε τίποτα.

Γι’ αυτό ήταν τόση η έκπληξη του όταν ξύπνησε και η Τερέζα τον κρατούσε σφιχτά απ’ το χέρι! Την κοίταζε και δυσκολευόταν να καταλά­βει τι του συνέβαινε. Αναλογιζόταν τις ώρες που μόλις είχαν περάσει και νόμιζε ότι ανέπνεε το άρωμα μιας άγνωστης ευτυχίας. Από τότε, και οι δύο χαίρονταν εκ των προτέρων τον μοιρασμένο ύπνο. Θα έμπαινα σχεδόν στον πειρασμό να πω ότι γι’ αυτούς ο σκοπός της σεξουαλικής πράξης δεν ήταν η ηδονή αλλά ο ύπνος που ακολουθούσε. Εκείνη, προπάντων, δεν μπορούσε να κοιμηθεί χωρίς αυτόν. Αν της συνέβαινε να μείνει μόνη μέσα στο δωμάτιο που νοίκιαζε (πράγμα που όσο πήγαινε γινόταν όλο και περισσότερο ένα άλλοθι), δεν έκλεινε μάτι όλη τη νύχτα. Μέσα στα χέρια του, ακόμα και στο κορύφωμα της διέγερσης, καταλάγιαζε πάντα. Της διηγιόταν ψιθυριστά ιστορίες που επινοούσε για χάρη της, μικρά τίποτα, λέξεις καθησυχαστικές ή αστείες που τις επαναλάμβανε μονότονα. Μέσα στο κεφάλι της Τερέζας αυτές οι λέξεις μεταμορφώνονταν σε συγκεχυμένες εικόνες που την οδηγού­ σαν στο πρώτο όνειρο. Εξουσίαζε τελείως τον ύπνο της, κι εκείνη απο­ κοιμιόταν τη στιγμή ακριβώς που αυτός είχε διαλέξει. Όταν κοιμόντουσαν, τον κρατούσε όπως την πρώτη νύχτα: έσφιγγε σταθερά τη γροθιά του, ένα από τα δάχτυλα του ή τον αστράγαλο του. Όταν ήθελε ν’ απομακρυνθεί χωρίς να την ξυπνήσει, έπρεπε να δράσει με πονηριά. Απελευθέρωνε το δάχτυλο του (τη γροθιά του, τον αστρά­γαλο του) απ’ το σφίξιμο της, πράγμα που πάντοτε τη μισοξυπνούσε, επειδή τον παρακολουθούσε προσεκτικά, ακόμα και στον ύπνο του. Για να την ηρεμήσει της γλιστρούσε στο χέρι, στη θέση τη γροθιάς του, ένα οποιοδήποτε αντικείμενο (την άκρη μιας πιτζάμας τυλιγμένης σε κου­βάρι, μια παντόφλα, ένα βιβλίο), το οποίο αμέσως εκείνη έσφιγγε δυνα­τά σαν να ήταν ένα μέρος του κορμιού του. Μια μέρα που μόλις την εί­χε αποκοιμίσει και που εκείνη βρισκόταν στην αρχή του πρώτου ύπνου, ώστε μπορούσε ακόμα ν’ απαντά στις ερωτήσεις του, της είπε: «Ωραία! Τώρα πηγαίνω. – Πού; ρώτησε εκείνη. – Βγαίνω, είπε με αυστηρή φω­νή. – Έρχομαι μαζί σου! είπε εκείνη καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι

. – Όχι, δεν θέλω. Φεύγω για πάντα», είπε αυτός, και βγήκε από την κά­μαρα στο χολ. Σηκώθηκε και τον ακολούθησε ανοιγοκλείνοντας τα μά­τια. Δεν φορούσε παρά ένα κοντό μισοφοράκι κι από κάτω ήταν γυμνή.

Το πρόσωπο της ήταν ακίνητο, χωρίς έκφραση, αλλά οι κινήσεις της ήταν ενεργητικές. Από την είσοδο βγήκε στο διάδρομο (τον κοινό διά­δρομο που οδηγούσε στο διπλανό κτίριο) και της έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα. Εκείνη την άνοιξε με μια απότομη κίνηση και τον ακολούθη­σε, σίγουρη μέσα στο μισοΰπνι της ότι ήθελε να φύγει για πάντα και ότι έπρεπε να τον κρατήσει. Κατέβηκε έναν όροφο, σταμάτησε στο κεφαλόσκαλο και την περίμενε. Τον συνάντησε εκεί, τον άρπαξε από το χέρι και τον οδήγησε πίσω κοντά της, μέσα στο κρεβάτι.”

απόσπασμα από καλοκαιρινό ανάγνωσμα του παιδιού

 

Ιδιοκατοίκηση

Το βράδυ γύρισε και μου είπε : μύρισε σαν μίνι μάρκετ διακοπών, αντιηλιακό και ζεσταμένη ντομάτα. Η φαντασία των αισθήσεων καλπάζει αγέρωχα λέω εγώ.

Μία σερβιτόρα σε μέρα αδείας

Απ’ την άλλη υπάρχει και επαρχία. Κάθε κωλόστενο και μία ιστορία από την εποχή της ανάπτυξης. Κάθε κωλόσπιτο και μια κλειδωμένη πόρτα. Σε μία πόλη στην Κρήτη υπάρχει μια ταβέρνα που έχει στο πιο ψηλό σημείο του μαγαζιού μία κορνίζα του Βαρδινογιάννη. Ακούγεται ότι όποιος την κατεβάσει κινδυνεύει να τον πυροβολήσουν απευθείας. Σ’ αυτήν την ταβέρνα δουλεύει ένας ψήστης απ’ τη Συρία εδώ και 27 χρόνια. Εδώ και 27 χρόνια λοιπόν δεν έχει πάρει ούτε μία μέρα ρεπό και πλέον λέει ότι δεν θέλει κιόλας. Δουλεύει επίσης ένας σερβιτόρος που έχει να πάρει 23 χρόνια ρεπό. Όταν τον ρώτησα γιατί δεν ζητάει πια άδεια, μου είπε “ότι θα πάρω μια και καλή” υπονοώντας ότι αυτό θα συμβεί μετά θάνατον.
«Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απ’ άρτι. Ναι, λέγει το Πνεύμα, ίνα αναπαύσωνται εκ των κόπων αυτών· τα δε έργα αυτών ακολουθεί μετ’ αυτών» (Αποκ. 14,13)

Επίσης είναι μία κοπέλα που δουλεύει για 10 χρόνια εκεί. Πρόσφατα πέθανε η μάνα της και ήθελε να πάει στην κηδεία. Ήταν όμως απ’ την Αλβανία και το ταξίδι οδικώς θα έπαιρνε μέρες. Της λέχθηκε ότι θα της δώσουν άδεια αρκεί να κάτσει μόνο κανένα δίωρο εκεί για να είναι πίσω για την απογευματινή βάρδια με αεροπλάνο. Τα έξοδα δικά της. Παρεμπιπτόντως το μαγαζί είναι 24ώρο και οι βάρδιες είναι μόνο 2. Δώδεκα ώρες την ημέρα, 7 μέρες την εβδομάδα και τα παράπονα της οικογένειας των αφεντικών ολημερίς για το ότι δεν έχει δουλειά πια.27 γαμημένα χρόνια. «Όπως είπε ένας απολυμένος εργάτης της Moulinex το 2001: “Το πιο δύσκολο πράγμα τώρα είναι ότι μένεις μόνος” »

Ο λιγότερος πόνος δεν αρκεί πια, στην εποχή που ο πιο πιθανός νεκροθάφτης της σχέσης είναι αυτός που συνάμα τη θρέφει και θρέφεται απ’ αυτήν.

Ποτέ δεν σου άρεσε ο πόνος που αρέσει σε μένα


Από μικρός συνήθιζα να χρησιμοποιώ το δάχτυλο μου για να βουλώνω το στόμα μου, όταν δεν το έκανα, το πρόσωπο μου έπαιρνε περίεργες εκφράσεις, σαν να μην άντεχα στην θέα των ανθρώπων. Ο θείος, που ήταν γυμναστής μου έλεγε ιστορίες για ένα παιδί που το κοροιδεύανε επειδή τοποθετούσε κι αυτό, όπως και εγώ, τον αντίχειρα του βαθιά μέσα στο στόμα του. Φοβόμουνα έτσι κι εγώ συνεχώς μην ξεχαστώ καμιά φορά και μου μείνει η ρετσινιά του δάχτυλο-γλείφτη. Στα 15 μου, αυτή τη φορά ένας άλλος θείος, πιο σπουδαγμένος (σωστή ακαδημαϊκιά από Καναδά), έδωσε τη λύση στην μητέρα μου, που ανησυχούσε τόσο για τον κοινωνικό στιγματισμό μου όσο και για τα δόντια μου. “Όταν αρχίσει το τσιμπούκι, θα τα αφήσει το δάχτυλο” είχε πει ο θείος, όμως τελικά η προφητεία του δεν επαληθεύτηκε. Μετά από δεκάδες χιλιάδες τσιγάρα, η συνήθεια της χρήσης του δαχτύλου δεν είχε σταματήσει. Ήταν ανακουφιστικό άλλωστε, με ηρεμούσε κάθε φορά που άρχιζα να τρέμω. Κάθε φορά που βρισκόμουν στο σπίτι της μητέρα μου ή σε μία συνθήκη άγχους γινόταν το καταφύγιο για μένα και ας το είχα αφήσει απ’ το πολύ μασούλημα σχεδόν το μισό. Καχεκτικό το δαχτυλάκι μου. Άλλωστε παλιότερα είχε κοπεί. Η ξαδερφούλα μου καθώς παίζαμε, προσπαθώντας να κατακρεουργήσουμε ένα μήλο, μου το άνοιξε στη μέση με ένα σουγιά. Το νύχι κόπηκε στα δύο και το αίμα σκόρπισε δημιουργώντας ένα μικρό χαριτωμένο πίδακα. Για καιρό δεν μπορούσα να το ρουφήξω και έτσι η προσπάθεια για ύπνο, έγινε το νέο μου βασανιστήριο. Μία άλλη μέρα η γνωστή ξαδερφούλα πήρε ένα τούβλο και μου το πέταξε. Αφού με πέτυχε ρίχνοντας με κάτω, ήρθε προς το μέρος μου, με παραμέρισε και πήρε την θέση μου στην κόκκινη κούνια fisher-price. Άνοιξα το στόμα και την δάγκωσα, μέχρι που το αίμα να γεμίσει το στόμα μου. Το έφτυσα πάνω στην κούνια και μετά φώναξα την μητέρα για να την πάνε στο νοσοκομείο. Αυτή σφάδαζε και έκλαιγε ασταμάτητα αλλά πλέον εγώ καθόμουν στην κούνια μου. Στα 25 μου κατάλαβα ότι ακόμα βρίσκομαι, στο κατά Φρόιντ, στοματικό στάδιο.

Στυμφαλία

Ήμουν 8 χρονών τότε και δεν άντεχα καθόλου τις εκδρομές τους. Κάθε δεύτερο σάββατο γεμίζαμε το αμάξι με ένα σωρό μαλακίες και ψάχναμε κάποια λίμνη. Μία μέρα με ξέχασαν μέσα στο αμάξι και έτσι μετά κλείδωσα και δεν τους άφηνα να μπουν. Ο πατέρας μου φώναξε πολύ και έτσι και εγώ πήρα την σακουλίτσα μου απ’ τα benneton και πήγα να βουτήξω στη λίμνη. Φαντασιωνόμουν ότι μέσα στη σακούλα βρισκόταν το κεφάλι του.”

Κάθε αγορά και μια γνωριμία, κάθε μαγαζί και ένας φίλος

αλβανοί άνδρες κατά το ταξίδι τους προς το ελληνικό όνειρο, 1991

 

Τα supermarket είναι κυρίως ένα χώρος κοινωνικότητας για τους άνω των 70 και οι υπάλληλες να τρέχουν πάνω κάτω για να τον κρατήσουν όπως ήταν παλιότερα. Τότε που τα αφεντικά δεν μιλούσαν για το ¨εμείς¨ στους εργαζόμενους και οι εργάτριες προσδοκούσαν πότε θα έρθει η δικιά τους δικτατορία.

Κάποια απ’ αυτά, τα μαγαζιά έχουν αρχίσει και κλείνουν σταδιακά και έτσι δεν έρχονται καινούργια προϊόντα. Έτσι αυτές γέμισαν όλα τα ράφια της βιτρίνας με κωλόχαρτα και έπιασαν γκόμενες και γκόμενους τους επίδοξους κλέφτες που κυνηγούσαν παλιότερα. Μία γιαγιά στα Εξάρχεια κάποτε μου είχε αγοράσει ένα πακέτο μακαρόνια γιατί περίμενα πολύ ώρα προκειμένου να πληρώσει και να τα πει με την ταμία. Αισθάνθηκα αμήχανα και έμεινα ακίνητος. Στη συνέχεια οι υπάλληλοι μου είπαν να περάσω έξω, ήμουν ο τυχερός εκείνης της εβδομάδας.
Η αλήθεια πλέον κρύβεται στα ατέλειωτα χαρτομάντιλα και στους ανθρώπους που δεν μπορούν να κλειστούν στο καβούκι τους, ταρακουνώντας την ταυτότητα τους σαν ένα εκκρεμές σώμα σε συγκεκριμένο βαρυτικό πεδίο. Αυτό το τεύχος αφιερώνεται σε αυτές αλλά και σε όσους βρίσκονται μέσα στην σχέση αλλά με κάποιο μαγικό τρόπο είναι εναντίον της, δηλαδή εναντίον του ίδιου τους του εαυτού. Όσα ψωμιά και να ζυμώσεις, ποτέ δεν είναι σίγουρο ότι θα καταλήξεις φούρναρης.

Πάντα έψαχνα για συντρόφισσες αλλά κατέληξα να έχω φίλους, που κινούνται εντός και επί τα αυτά του κινήματος. Οι μισές δουλεύουν, οι άλλοι μισοί ψάχνονται και εγώ κάπου στη μέση να κάνω και τα δυο, μη τυχόν και χάσω την επαφή με την πραγματικότητα. Παλιότερα ήμουν ο “ και μετά φιληθήκαμε” ενώ τώρα έχω καταλήξει να κάνω “κοινωνική παρατήρηση”, γνωρίζοντας ανθρώπους μόνο τα καλοκαίρια. Παλιότερα είχα μπει σε αυτό το χώρο προκειμένου να μπορέσω να κάνω ληστείες. Τώρα φοβάμαι να κλέψω ακόμα και ένα κομμάτι τυρί. Όσο μεγάλωνε ο μύθος, τόσο πιο απότομη έγινε η πτώση. Μάλλον για τις πτώσεις ζω όμως.. Λες ρε γαμώτο στο τέλος να καταλήξω κυβερνητικιά και να μην μπορώ να μπαίνω σε καταλήψεις να ακούω μουσική ; κρίμα θα είναι..

Όπως είπε και ένας μετανάστης που έμενε κάποτε στο (κατεδαφισμένο πλέον) Ορφανοτροφείο, “in capitalism you have to say you are weak to gain anything”. I am a poor refugee λοιπόν και η τιμή απ’ τις μπότες έπεσε στα 10 ευρώ. Άλλωστε η αυτό-θυματοποίηση είναι πολλές φορές ο μόνος τρόπος για να μπορέσεις να μιλήσεις την εποχή που οι πολιτικές ενάντια στην καταπίεση μπαίνουν και στην κρατική ατζέντα. Η ιδεολογία έχει κυριαρχήσει στους χώρους μας πια και το επίδομα του ΟΑΕΔ θα μας μετατρέψει σε μονάδες καθημερινής αναζήτησης εργασίας και σε συλλέκτες αποδεικτικών στοιχείων γι αυτή μας την προσπάθεια. Ο Spud του trainspotting πρέπει να πήρε πολύ speed από τότε και να έχει πάει σε εκατοντάδες συνεντεύξεις αξιολόγησης. 20 χρόνια πέρασαν άλλωστε. Σήμερα η Καθημερινή γράφει άρθρα για την ανισότητα μεταξύ των μεταναστών και τα πάρτι θεωρούνται πια ο μοναδικός χωροχρόνος για την άμβλυνση των διαχωρισμών. Παράλληλα η θεραπεία για την αρρώστια προσφέρεται μόνο για όσους και για όσες πιστεύουν στο διαφωτισμό και σε μία δημοκρατία ισότητας.  Τα δικαιώματα όμως όσο χώρο μας δίνουν, άλλους τόσους λάκκους ανοίγουν.

Η πρόσβαση στην αστική κοινωνία πάντα εμπεριείχε μπόλικους κινδύνους. Τα ρούχα μου, τα σάλια μου και ένα ταξί να φύγω.

Στην παρέα μας μόνο κριτική κάνουμε όλη την ώρα μεταξύ μας και σαν να μην φτάνει αυτό, το ευχαριστιόμαστε κιόλας. Βαδίζουμε στο σκοτάδι με γυμνά χέρια, όλο πέφτουμε και χτυπάμε τα γονατάκια μας, όπως γινόταν στις παιδικές χαρές με εκείνο το αιχμηρό χαλικάκι που κανείς δεν έχει εξακριβώσει ακόμα αν ήταν χειρότερο η καλύτερο απ’ το χώμα. Πάλι καλά που πέρα απ’ την προοπτική του κομμουνισμού, υπάρχει και ο θάνατος να με ανακουφίζει σαν σκέψη εδώ πέρα. Κάτι είναι και αυτό.