Το δικό μας Παρίσι

no love for the wasted Σήμερα με πιάσανε για πρώτη φορά.
Με περίμενε μπροστά απ’ την είσοδο του καταστήματος και μου έφραζε το δρόμο.
Γύρισα πέρνοντας τις σακούλες και την τσάντα για λαπτοπ που κουβαλάω πάντα μαζί μου.
Μου έριχνε μισό κεφάλι και μου είπε αυστηρά να περάσω σε ένα δίπλα χώρο.
Έβγαλα έναν αμήχανο απροσδιόριστο ήχο.
“Άντε προχώρα ρε”
Ασυναίσθητα προσπάθησα να περάσω απο δίπλα του για να ξεφύγω, να φύγω
και να μην ξαναπατήσω ποτέ σε αυτό το μέρος.
Ο άλλος αυτός που δούλευε σαν υπάλληλος πετάχτηκε μπροστά μου.
Με άρπαξαν. Ήταν συνενοημμένοι. Με κατέβασαν σε ένα υπόγειο.
Μία περιστρεφόμενη σκάλα. Ένας διάδρομος.
Το σώμα μου ένα νικημένο σακί που σέρνεται.
Τα χέρια τους στους ώμους μου.
Όλα κυλάνε αφόρητα αργά.
“Θα φωνάξουμε τους μπάτσους με τις μαλακίες που έκανες, κανονικά θα τελειώναμε γρήγορα αλλά έκανες μαλακία.”
“Πας να ξεφύγεις; που θα πας ρε μαλακισμένο. 3 είμαστε.3. Που θα πάς ;”
” Και δεν μοιάζεις και σα ναρκωμάνης ούτε και άστεγος . Τι είσαι συ ;”
” Τώρα θα φας μήνυση”

Είμαι στο σκοτεινό δωματιάκι και αυτοί οι 3 είναι γύρω μου.
Έχω σκυμμένο το κεφάλι. Μετράω τις επιλογές μου.
Αρχιζώ και μιλάω σοβαρά και με τρεμμάμενη φωνή.
“Συγνώμη. Είχα ανάγκη και το έκανα. Μια φίλη που με φιλοξενεί μου δίνει την κάρτα της για να ψωνίζω
και έτσι μπορώ και πέρνω κάτι και για μένα.”
Αλήθεια είπα. Ο μαλάκας, λέω ότι σκέφτομαι ακόμαι και στους εχθρούς μου.

“Τώρα καλά τα πας ”
μου φώναξε. “Συνέχισε έτσι και ίσως να μην φωνάξουμε την αστυνομία.”

“Την αστυνομία;” ψέλλισα εγώ, “και πώς θα πληρώσω το δικηγόρο ;”

“Ασε τις μαλακίες” μου είπαν.
Με έβαλαν να αδειάσω την τσάντα του λαπτοπ με ένα ένα τα προιόντα.
Μου έδωσαν και ένα χαρτί. Έπρεπε να τα καταγράψω με το χέρι μου.
Με το τρεμμάμενο χέρι μου.
Ήθελαν αποδείξεις.

Κάποιος μου τράβηξε απο την τσέπη την ταυτότητα.
Την φωτοτύπισαν τρεις και τέσσερις φορές.
Τα μάτια τους έκαιγαν.
Ο ένας ήταν σκυμμένος και κοίταζε το πάτωμα.
Δεν τολμούσε να με κοιτάξει.

Εγώ ρωτούσα αν θα μου κάνουν μήνυση τελικά.
Μου είπαν να σκάσω. Έσκασα.

Ο χρόνος είχε εξαφανιστεί.
Δεν την είχα σκεφτεί αυτή τη στιγμή.
Δεν με είχα δει μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο, κάτω απ’ το εδάφος με τρεις άντρες να με κυκλώνουν.

Τελειώσα με τα προιόντα. Τα κατέγραψα όλα.
Μου ψιθυρίζαν τις τιμές τους για να τις γράψω.
Εγώ έκανα λάθη απο το τρέμουλο και μου πήραν το στιλό.

Πέταξαν την τσάντα πάνω μου μόλις τελείωσα την καταγραφή.
Δεν με ενοιάξε. Δεν ένιωθα τίποτα.
Δεν μπορούσα καν να σκεφτώ πότε θα φύγω απο εκεί.
Είχα χάσει.

Το έπαιξα πιο ανήσυχος.
Ρωτούσα συνεχώς αν η εταιρία κάνει μυνήσεις συχνά.
Δεν τους συγκίνησα.
“Η εταιρία θα αποφασίσει”
μου έλεγαν.

Με έβγαλε έξω αυτός που ήταν σκυμμένος.
Μου έδωσε κάποιες συμβουλές.
Μου είπε ότι θα καταλήξω στη φυλακή.
Μου είπε ότι πρέπει να ζω με αξιοπρέπεια, και αυτοί δεν έχουν λεφτά αλλά δεν κλέβουν.
Μου είπε ότι αμα συνεχίσω έτσι θα καταστρέψω τη ζωή μου.
Εγώ του απάντησα ποιά ζωή;
Μου είπε να σκάσω και να μην ξαναπατήσω.

“Αυτό που έκανες σε ξεφτιλίζει” μου πέταξε.
“Είναι ξεφτίλα να κλέβεις γιατί δεν έχεις λεφτά;” τον ρώτησα.
Μου είπε ότι άμα δεν ήταν γυναίκες στο ταμείο θα με πλάκωναν.
Με έβγαλε έξω απ’ το μαγαζί κρατώντας με απ’ τον αγκώνα, περπατήσαμε 4-5 βήματα στο πεζοδρόμιο
και μετά φώναξε στη γειτονιά ” αυτό το μαλακισμένο είναι κλέφτης”.

Αν δεν είχα το κίνημα, δεν θα ξανάβγαινα απ’ το σπίτι μου.
Για λίγα λεπτά ξέχασα ότι είμαι αποτυχήμενος μέσα σε αυτό.
Ότι πια δεν πειράζει που δεν μπορώ να την πέσω, να καβλώσω, να συζητήσω ήρεμα.
Σκέφτηκα ότι έχω φίλους.

Εκείνες τις μέρες γινόμουν 23 χρονών ο πατέρας μου με πήρε τηλέφωνο
και μου ζήτησε 3 πράγματα, πτυχίο,αρραβωνιάρα και ένα καλάσνικοφ.

Ελπίζω να φέρω την αποστολή μου εις πέρας.

Το μόνο που φοβόμουν ήταν ότι δεν θα μπορούσα να κλέβω πια
και μία απλή παρηγοριά πώς τα πάντα συνηθίζονται.

Όπως η πείνα.
Όπως η γνώση ότι σε κάποιο καιρό δεν θα την βγάζω.
Όπως η προοπτική ότι θα πρέπει να ζήσω και εγώ μέσα στα σκατά,
χωρίς πια να έχω κάτι για να μου ξεπλένει την οσμή τους.