“Δευτέρα βράδυ”

palestina

ήταν η εποχή που έκλεισα τα 23.
εκείνο το βράδυ σε ένα ξύλινο χώρο διαδραματίζοταν η τραγωδία μου.
προσπαθούσα να είμαι μακρύα απ’ την παλιά μου οικογένεια.
ποτέ δεν τους ένιωσα κοντά. για αυτό τους βαφτίζω οικογένεια.
ήταν κάτι που δεν γινόταν να μην ήσουν μέρος αφου.. όταν μοιράζεσαι φωςνερότηλέφωνο.
οριακά απαγορεύεται. εδώ είναι ελλάδα ρε.
όποιος δεν είναι ορεξάτος εξοστρακίζεται.

κάθε φορά που ακούω ένα νόμισμα να πέφτει
ξυπνάει η ταξική μου συνείδηση
συνείδηση που μου φόρεσα
γιατί δεν αντέχω την γύμνια μου
έρωτα πάντα έκανα με τα ρούχα
και μετά τα έπλενα στο χέρι
για να ξεπλύνω την μυρωδιά

δεν δίνω λεφτά σε ζητιάνους,
τα πεσμένα κορμιά αναδεικνύουν
καλύτερα τα συντρίμμια της πόλης

στέκομαι, οι τσέπες μου δεν είναι γεμάτες
ούτε και άδειες.
Στέκομαι, το μυαλό μου είναι μόνο γεμάτο.

Μια μητέρα με τον άντρα της περνούσαν
το στενό του στεκιού “κάθε βράδυ Δευτέρα”
2 ευρώ ουίσκι, μικρή μεζούρα λένε κάποιοι όμως

Είχαν το μωρό τους σε ένα καροτσάκι.
Το καροτσάκι αυτό άμα ήμασταν σε παλιοτέρες
περιόδους αναδιάρθωσης του κεφαλαίου και
ανάγκης μετασχηματισμού και διάλυσης
της εργατική τάξης, απλά θα πετιόταν.
Θα το βρίσκαμε την τρίτη το πρωί,
στον κάδο που έχει δίπλα το στέκι “Δευτέρα βράδυ”.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως
το καροτσάκι στο σημείο που είχε σπάσει
δέθηκε επιμελώς με ένα ταιρ απ.
αναρχία παντού πια.

Οι γέροι απέναντι απ’ το στέκι
“Δευτέρα βράδυ” αναρωτιοντούσαν
που βρίσκουν τόσα λεφτά για να πιούν
σε εκείνο το μέρος. Ξερνούσαν και
φώναζαν κάθε βράδυ.

Ένα βράδυ αφού έκλεισε το στέκι
περίμενα κρυμμένος πίσω απ’ τον κάδο
και όταν βγήκε ο ένας γέρος και
άρχισε να ψάχνει για να δει πόσες
μπίρες είχαν αφήσει απέξω
όπως κάθε βράδυ
προκειμένου να τις δώσει
στο ψιλικατζίδικο
για να πάρει κανένα ψιλό
να αγοράσει ρύζι για τους πρόσφυγες
πετάχτηκα απότομα
τον τρόμαξα
έπεσε κάτω
τον άφησα
είχε πάρει μία περγίερη στάση
κάθισα σταυροπόδι
και άρχισα να παρατηρώ
την ομορφιά του
ενώ έπινα απο
μία μισοτελειώμενη μπίρα δίπλα.

Οι έλληνες χτίζουν ξύλινα σπίτια
για τους μετανάστες,
όπως τα αφεντικά
για τα σκυλιά τους,
λίγο πριν το βαρύ
χειμώνα.

Τo χαμένο χωριό

OLYMPUS DIGITAL CAMERA
Ο θάνατος ήταν όλο και πιο κοντά,
πλέον μπορούσες να τον διακρίνεις.
Μάτια μπλαβισμένα πια και η λεκάνη
γέμιζε μόνο με ζουμιά πλέον.
Είχε αρχίσει να σκέφτεται πόσους
θα γέμιζε τύψεις άμα πέθαινε.
Μαλάκες τώρα θα πληρώσετε!
Μαλακίες είπε μετά, η ζωή
δυστυχώς πάντα συνεχίζεται.

Ακόμα και απ’ το θάνατο σου
δεν μπορείς να παράξεις αρκετή
υπεραξία αν δεν είσαι αφεντικό ή καλλιτέχνης.
Γάμησε τα.

Οι μύγες είχαν πλημμυρίσει το χώρο.
Έμπαιναν σε ομάδες πλέον. Είχαν και περιφρούρηση
με κάτι κλαδάκια, απ’ τους πιο μικρούς μίσχους, αλλά
μετά απο πολλές συζητήσεις αποφάσισαν να μην βάλλουν σημαίες απάνω.
Είχαν πει “Η ίδια η κίνηση μας έχει σημασία, όχι τα στολίδια”.
Ενάντια στο κράτος και το θάνατο.
Παοκ ολέ ολέ.
Ναι αλλά για τις μύγες ποιός θα μιλησει αναρωτήθηκα.

Λένε ότι υπάρχουν κάποια υποτιμημένα τμήματα του κοινωνικού πληθυσμού
τα οποία λόγω της θέσης τους δεν μπορούν να αρθρώσουν.
Θα μιλήσω εγώ γι αυτά, βγήκα μπροστά και είπα.
Γιατί; με ρώτησαν.
Με ποιό δικαίωμα ; είπαν άλλοι και άλλες.
Γιατί νιώθω ότι με κάποιο τρόπο βρίσκομαι και μπορεί
να βρεθώ και εγώ στη θέση τους ψέλλισα.
Τρεμμάμενος έτρεξα να κλειστό στο δωμάτιο μου,
τα κατάφερα και μου έβαλα τρία αυτοκολητάκια στο τετράδιο.

Γιούπι τώρα είμαι μόνο εγώ με τα σκατά μου,
πολλά υγρά και μικρές φωνούλες να μου
υπενθυμίζουν ότι είμαι αποτυχημένος
για ζωή.

Το πρόβλημα με το χώρο είναι ότι οι μισοί έχουν αυτή τη βαθιά υπόκωφη επιθυμία να γίνουν καλλιτέχνες,
ενώ οι άλλοι μισοί αισθάνονται σαν μέλη θρησκευτικής παραστρατιώτικης οργάνωσης
και όλοι αυτοί ψάχνουν απεγνωσμένα μία οικογένεια.
Εγώ κάπου στη μέση χωρίς να ξέρω να σφυρίζω.

Δεν είμαι νεκρός, δεν είμαι ακόμα αρκετός.
Όλοι υποφέρουν και τραγουδάνε.

Ιστορίες ακινησίας

pateras mateo Ξυπνάω κάθε πρωί απο την τηλεόραση του τσαγκάρη απο κάτω, μόνο κάτι ξύλα μας χωρίζουν. Μαλάκας είναι και μετά σιγά σιγά αρχίζει ένα σιγανό ρυθμικό γκντουπ γκντουπ με ένα σφυράκι. Μιλάει στην τηλεόραση, φταρνίζεται και που και που ανεβαίνει πάνω και αρχίζει να φωνάζει ότι κάνουμε φασαρία. Εγώ δεν κάνω φασαρία σκέφτομαι απο μέσα μου αλλά δεν το λέω.
Κοιτάζω την κοιλιά μου που έχει μεγαλώσει και τραβάω προς τα πάνω το φαρδί βρακί μου για να την καλύψω. Μην τυχόν και μπει κάποιος απροειδοποιήτα λέω αλλά νομίζω ότι το κάνω για μένα, για να μην την βλέπω να κρέμεται.Όποιος δεν στέκεται πεθαίνει.Όποιοςδεν πεθαίνει παραμένει κλεισμένος κάτω απ’ τα σκεπάσματα, τις τουαλέτες και τα μπαρ.Τα μάτια μου τσούζουν.

Σκέφτομαι αυτόν που είναι φαλακρός.
Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Το στόμα μου είναι ξερό.
Κοιτάω το ρολόι, νευριάζω και αγχώνομαι που δεν θα αντέχω πολύ το βράδυ.
Το βράδυ είναι το χρονικό σημείο που το παιχνίδι παίζεται με τους δικούς μου όρους.
Μαζικά και εικονογραφημένα.

Σηκώνομαι αργά και προσπαθώ να σταθώ όρθιος.
Ανοίγω το θερμοσίφωνα, ελπίζοντας να μην έχει
ξυπνήσει κανένας άλλος για να με δει μες στο σπίτι.
Οι υπάρξεις τους με κάνουν και νιώθω άσχημος,
τα γέλια τους μου τρυπάνε τα αυτιά και τρέμω.
Φοβάμαι ότι είμαι αλκοολικός.
Κάθε μέρα τρέχω ασταμάτητα πάνω κάτω μέχρι να φτάσει 11 η ώρα.
Αρχίζω να πίνω.
Κρασί κυρίως γιατί λέω ότι μου κάνει καλό.
Το νιώθω να ξινίζει το στόμα μου,να κυλάει στο έντερο μου και να θέλει να βγει απ’την άλλη.

Πάντα ξεχνάω να αγοράσω χαρτομάντιλα και είναι χρήσιμα ρε γαμώτο γιατί όλο κόψιμο με πιάνει. Οι τουαλέτες κάθε είδους έχουν γίνει το δεύτερο μου σπίτι, όσο χειρότερη τόσο πιο οικεία. Τώρα καταλαβαίνω πώς γίνεται να έχουν δημιουργηθεί όλες αυτές οι πραγματικά σκατά τουαλέτες.
Απο άτομα σαν τη χάρη μου.
χέζω και χορεύω
χορεύω και χέζω
δεν μπορώ να σταματήσω
δεν θυμάμαι ονόματα πια
ούτε τι έκανα τις προηγούμενες μέρες

ξυπνάω, βάζω το θερμοσίφωνα
και πηγαίνω στη λέσχη
δεν δεν δείχνω πάσο
αλλά δεν θυμάμαι γιατί το κάνω αυτό
και μάλιστα κοιτάω και τον υπάλληλο άγρια
χωρίς να ξέρω το γιατί

Εκεί στη λέσχη φαγητού
είναι ένας άλλος κόσμος, κάπως παραξένος.
μ’ αρέσει
Ασφυκτυώ περιμένωντας.
Νιώθω ότι η ανάσα θα μου κοπεί
ίσως και να ήταν καλό στην τελική

Κοιτάζω τις κοπέλες και τα αγόρια μου γύρω μου
και προσπαθώ να τους μοιάσω
αλλά αυτοί προσπαθούν
να γίνουν ακόμα πιο ίδιοι μεταξύ τους
Ο χώρος, ένα χωριό ιλιθίων που κατάφεραν
να φτιάξουν μια κοινότητα που μπορούν
να είναι ανεκτοί
Όχι κι άσχημα

Μουνιά και πούτσοι
σε παλιά τσοντοπεριοδικά
και μου έρχεται να ξεράσω
Νομίζω ότι μυρίζω συνεχώς αλκόολ
και αποφεύγω να μιλάω στους ανθρώπους
κατά πρόσωπο μην τυχόν και με καταλάβουν.
Έχω χάσει το χρώμα μου.
Πρέπει να πάω στον ψυχιάτρο.
να έχω τουλάχιστον χαρτιά να δείχνω
στον κόσμο να μην ΄με κάνουν να νιώθω
ότι ωφείλω να προσπαθήσω παραπάνω.

Όλοι τρώνε υγιεινά πρωινά
και κάνουν γιόγκα και εγώ
αισθάνομαι όλο και πιο έντονα
το θάνατο να μας κυκλώνει.

Η μοναξιά του πατέρα μου

diets

Η ήττα
Mια ανάγκη κάποιου που αναζητούσε μια ώθηση προς κάτι νέο,
που ήταν διαθετημένος να αλλάζει κάθε μέρα, γιατί αισθανόταν την ανάγκη για μια διαφορετική ηθική.
Ναι μάλιστα ηθική. Ακούτε εσείς ;
Μπορεί ίσως να ήταν μόνο μια δύναμη, ένα πέταγμα, ένα όνειρο.
Ήταν μόνο μία παρόρμηση, μία επιθυμία να αλλάξει τα πράγματα, να αλλάξει τη ζωή.
Πόσο μεγάλα τα μικρά έβλεπε; ψιθύριζαν μέσα στα, φτιαγμένα από το χεράκι μας, γραφεία.

Είχε την ανάγκη να νιώθεις αυτή την ατελειώτη ώθηση,
που ο καθένας και η καθεμία ένιωθαν κάτι παραπάνω απ’ τον εαυτό τους.
Ήταν σαν δύο πρόσωπα σε ένα αυτή η ανάγκη.
Από τη μία η προσωπική καθημερινή κόπωση της συνέχειας της ζωής
και απο την άλλη η αίσθηση του να ανήκεις σε μία φυλή που θέλει να απογειώθει για να αλλάξει πραγματικά τη ζωή.
Όχι καθόλου θλίψη.
Τα δάκρυα είναι μόνο αυτά της χαράς, γιατί ξέρουμε να χαιρόμαστε μονάχα όταν υποφέρουμε.
Ίσως ακόμα τότε, κάποτε ακόμα πολλοί να είχαν ανοίξει τα φτερά τους χωρίς να είχαν την ικανότητα να πετάξουν.
Σαν υποθετικοί γλάροι.
Και τώρα ;
Και τώρα νιώθεις σαν δύο.
Κομμάτια, σπασμένα οράματα.
Απο τη μία ο άνθρωπος δουλοπρεπής προβάλλεται μέσα απ’ την αθλιότητα της καθημερινής του επιβίωσης,
και απο την άλλη ο γλάρος που δεν έχει καν την πρόθεση να πετάξει πια.
Γιατί το όνειρο μας έχει πλέον σακατευτεί.
Δύο δυστυχίες σε ένα σώμα.
Πήρα ανάσα.

Βροχερές μέρες, η άσφαλτος γυαλίζει και διαφημιστικά κόκκινα νέον
αναβοσβήνουν. Μια αναρχικιά με μία ομπρέλα ψάχνει απεγνωσμένα να μοιράσει
κείμενα για δύο αλλοδαπούς συντρόφους της στην πλατεία ελευθερίας.
Αυτή κινείται μία απ’ τα αριστερά, μία απ’ τα δεξιά του δρόμου
προσπαθώντας μάταια να μοιράσει κανένα πριν καταστραφούν.
Όλοι είναι κλεισμένοι μες στα σπίτια τους και τα χαρτιά βρέχονται,
ποτίζουν και αρχίζουν να σκίζονται.
Κάθεται στη μέση του δρόμου,
αφήνει την ομπρέλλα να πέσει
δίπλα της, βγάζει μαλλί και βελόνι
απ’ την τσάντα της και αρχίζει να πλέκει.

Ένα πουλί, ένα όνειρο που ξέφτισε και ένα σώμμα κομμένο στα δύο.

 

Ο θάνατος της πρωτοπορίας

flying theory no 2 Τα βράδυα γυρνάω τρεκλίζοντας και χτυπώντας απάνω σε διάφορα αντικείμενα. Ο πόνος σε διαφορετικά σημεία δεν με αφήνει να ευχαριστηθώ το deja vu της καθημερινής διαδρομής. Πέφτω στο κρεβάτι ανάσκελα με ανοιχτό το στόμα και υπολογίζω, με ένα νέο μετρητή που βρήκα σε ένα χαριστικό παζάρι τελεμάρκετινγκ, πόσα ποτήρια κρασί κυλάνε μέσα μου.
Το κάνω αυτό για να θυμάμαι. Η μνήμη είναι απαραίτητο εργαλείο αλλά εγώ ξεχνάω γιατί πίνω για να κοιμηθώ. Πιάνω ένα μισοάδειο μπουκάλι απ’ το σορό ρετσίνες δίπλα στο κρεβάτι. Βάζω κάποια εκμπομπή από αρχείο ραδιοφώνου και την αφήνω να παίζει. Τα πόδια μου στηρίζονται στο μπαουλάκι που έχω για κομοδίνο και εκεί μέσα κρύβω τα τετραδιάκια που έγραφα μικρός. Τραβάω τρεις μεγάλες γουλιές μέχρι να αδειάσει. Κοιμάμαι.
Αυτός λοιπόν είναι ένας μετρητής ανάλογος με αυτους για το μέτρημα θερμίδων που φοριέται και στο μπράτσο.
Ένας μετρητής ύπνου, που μπορεί και αναγνωρίζει κατα πόσο το σώμα σου έχει φτάσει σε καταστάση εξάντλησης.
Δύσκολο πράμα στις μέρες μας και στα σπίτια μας. Τα σπίτια μας γεμάτα με ζόμπι που έχουν καταφέρει να είναι ήρεμα.
Δεν διψάνε πια για αίμα. Ξέρουν ότι θα σου έρθει μόνο άμα δεν το ζητάς. Είναι έξυπνα και έχουν δίκιο.

Εμάς δυστυχώς μας είχαν πάει κατευθείαν στην επόμενη τάξη. Τα είχαμε αποκυρήξει όλα αυτά. Τα είχαμε αρνηθεί πριν προλάβουμε καν να τα καταλάβουμε.
Άχ πόσο γαμάτοι νιώθαμε.
Αναβλύζαμε κάβλα και την σκορπούσαμε ανα διάστηματα στους γύρω μας.
Στα κρεβάτια μας, χωρίς οργασμούς, χωρίς διεισδύσεις, χωρίς τσιγάρα μετά.
“δε θέλω σπίτι, δε θέλω δουλειά, δε θέλω λεφτά, δε θέλω χώμα, δε θέλω νόημα, δε θέλω ελπίδα, δε θέλω θεό, δε θέλω χρόνο, δε θέλω θέο, δε θέλω το αύριο, δε θέλω πόλεμο, δε θέλω ειρήνη, δε θέλω χρώμα”
Ζούσαμε τις πρώτες μέρες της καινούργιας μας ζωής και επιπλέαμε. ακροβατούσαμε σε κάτι περιοχές αχαρτογράφητες, ανεξευρεύνητη η γη και εμείς περιπλανώμενοι σε σοκάκια με σκατά νομίζωντας ότι είναι θαυμάσια. Μικρά καφενεία σε μεγάλα εργοστάσια μας ζέσταιναν το στομάχι όταν γέμιζαν με ηλεκτρικές κιθάρες.
Χτυπιόμασταν με ανοιχτά τα μάτια γιατί καβλώναμε ότι βλέπαμε.
Η γη της επαγγελίας ήταν ήδη εδώ και εμείς δεν ξέραμε αν θα ξυπνήσουμε το άλλο πρωί.
Γράφαμε σε πλυθηντικό αριθμό γιατί μας άρεσε. Δεν τα ζούσαμε μόνες μας όλα αυτά άλλωστε. Ήταν άλλοι τόσοι που είχαν δωθεί στο παιχνίδι.
Και ξαφνικά μια μέρα με έπιασα να αγχώνομαι γιατί το τι θα απογίνω.
Μόνος πια, με άγχη για επιβίωση χωρίς κανέναν απ’ όλους αυτούς που πληγωθήκαμε μαζί να κοιτάω το ταβάνι και νιώθω ότι δεν μπορώ να πάρω ανάσα.
Ίσως να φταίει που πήραμε πολλές μαζί.
Τώρα κλείσε το μπουκάλι, ετοίμασε το αυριάνο πρόγραμμα της σχολής και δεν πειράζει που θα στριφογυρίζεις μέχρι το πρωί.
Άλωστε ένας ολόκληρος κόσμος βρίσκεται μπροστά μας.
Κάποτε προετοιμαζόμουν για να κάνω ληστείες. Θα ζούσα έτσι είχα πει, με το θάνατο ή καλύτερα την πιθανότητα μιας νεκρικής ακινησίας ανάμεσα στα πόδια μου.
Το όπλο που θα βρισκόταν εκεί είτε για να με κάνει να την βγάζω δωρεάν είτε για να με στειλεί στο μοναδικό μέρος που θα αναγκάζομουν να αισθανθώ ηρεμία.
Αχ φυλακή, κάβλα και ηρεμία ταυτόχρονα.
Εκεί θα ζούσα το αμερικάνικο όνειρο μου.
Αλλά τώρα μεγάλωσα. Κατάλαβα πιο είναι το σωστό και πιο είναι το λάθος.
Έσφιξα τη ζώνη.
Κατέβασα τους ήρωες απ’ το βάθρο του θριάμβου.
Κι ας είχαν μόνο μαύρα ρούχα, αγριεμένο πρόσωπο και μπόλικα κακουργήματα στα χέρια.
Πλέον κατάλαβα.
Ο κόσμος μας ανήκει, για να μας κάνει σαν τα μούτρα του.
Για να αγωνιστούμε μέσα στις αντιφάσεις μας.
Για να γκρεμίσουμε τους ήρωες και τις οικογένειες.
Για να είμαστε τόσο ήρεμα ίδιοι όσο βαθύτατα αγχωμένοι.
Σαν όλους τους άλλους.